Κατηγορίες
Πολιτισμός Τέχνες

Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου

Εισαγωγή

Το 1970 ήταν μια φρικτή χρονιά για την πολιτική στις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά μια εξαιρετική χρονιά για την πολιτική στον κινηματογράφο. Το σκάνδαλο Watergate σόκαρε την Αμερικανική κοινωνία συθέμελα. Δύο ερευνητές – δημοσιογράφοι της εφημερίδας Washington Post, ο Carl Bernstein και ο Bob Woodward αποκάλυψαν την συνομωσία της κάλυψης της κατάχρησης εξουσίας από το Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η ιστορία

Πλησιάζοντας οι εκλογές του 1972 στις Η.Π.Α., ο Bob Woodward, δημοσιογράφος στην εφημερίδα Washington Post, καλύπτει ένα ασήμαντο θέμα στην αρχή, την διάρρηξη των κεντρικών γραφείων του Δημοκρατικού κόμματος. Ξαφνιάζεται όταν συναντάει μεγαλοδικηγόρους για την υπεράσπιση των διαρρηκτών στη δική, και συνεχίζει να ξαφνιάζεται με τα ονόματα σημαντικών στελεχών  της καμπάνιας των Ρεπουμ-πλικάνων να προκύπτουν ως κατηγορούμενοι από την ακροαματική διαδικασία. Τα γεγονότα αυτά του δημιουργούν έντονες υποψίες . Ο αρχισυντάκτης της εφημερίδας του αναθέτει να ερευνήσει περισσότερο το θέμα και προσθέτει επίσης στην έρευνα έναν ακόμα δημοσιογράφο, τον Carl Bernstein. Οι δυο τους μαζί ξετυλίγουν το κουβάρι που οδηγεί όλο και ψηλότερα στην ιεραρχία του Ρεπουμπλικανικού κόμματος με τελική κατάληξη στον Λευκό Οίκο και στην προεδρία των Η.Π.Α.

“All the President’s Men” Robert Redford, Dustin Hoffman, Jason Robards, Jack Warden, Martin Balsam, director Alan J. Pakula 1976 Warner Brothers ** I.V.

Το βιβλίο

Οι πρωταγωνιστές δημοσιογράφοι της πολιτικής ιστορίας που άλλαξε την Αμερική είναι και οι συγγραφείς του βιβλίου με τον ίδιο τίτλο, στο οποίο βασίστηκε η ταινία. Ενός βιβλίου που έχει συμπεριληφθεί από το Time Magazine στα 100 καλύτερα βιβλία (εκτός μυθοπλασίας) όλων των εποχών. Οι συγγραφείς εξιστορούν βήμα – βήμα το πολιτικό θρίλερ, περιλαμβάνοντας γεγονότα που συνέβαιναν παράλληλα με την ιστορία, έτσι όπως ακριβώς εξελίχθηκαν.  Η επανέκδοση του βιβλίου το 2014, με τις 368 σελίδες του, κατέχει στο Amazon την 3η θέση στην κατηγορία «Δημοσιογραφία», την 13η στην κατηγορία «Κυβέρνηση» και την 12η στην «Πολιτική Ιστορία». Ο Gene Roberts, πρώην αρχισυντάκτης των New York Times έγραψε για το βιβλίο: «Ίσως η μονή και μεγαλύτερη προσπάθεια στο ρεπορτάζ, όλων των εποχών».

Η ταινία

Ο κύριος «ηθικός αυτουργός» για την δημιουργία της ταινίας ήταν ο Robert Redford. Αυτός αγόρασε τα δικαιώματα του βιβλίου για να γίνει ταινία από τους δύο συγγραφείς (αντί 450.000 δολαρίων), αυτός προσέλαβε τον Alan Pakula σαν σκηνοθέτη και δούλεψε μαζί του πολλές μέρες επάνω στο σενάριο και τέλος αυτός έκανε την επιλογή των ηθοποιών για την ταινία. Όταν η Washington Post αρνήθηκε να γίνουν τα γυρίσματα της ταινίας στα γραφεία της, ο Redford έκλεισε στο Hollywood, 2 στούντιο πληρώντας 200.000 και δημιουργήθηκε αντίγραφο των γραφείων της εφημερίδας για να ξεκινήσουν τα γυρίσματα.

Η ταινία δεν είναι ακριβώς η μεταφορά του βιβλίου. Για την ακρίβεια, στην ταινία διαδραματίζονται τα γεγονότα των 7 πρώτων μηνών του βιβλίου, και αυτό για λόγους διάρκειας, πλοκής και συνοχής. Η ταινία απέφερε εισπράξεις 70 εκατομμύρια δολάρια στην παραγωγή, μόνο από τις προβολές στους κινηματογράφους, και θεωρείται από τις πιο επιτυχημένες και επικερδείς ταινίες της δεκαετίας του ’70. Επίσης απέσπασε πολλά Oscar, Χρυσές Σφαίρες και βραβεία BAFTA σε πολλές κατηγορίες και το 2010 επιλέχθηκε να συμπεριληφθεί στο Εθνικό Αρχείο Φιλμογραφίας των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και στην βιβλιοθήκη του Κογκρέσου, χαρακτηριζόμενη ως «πολιτιστικά, πολιτικά και αισθητικά σημαντική».

Οι πρωταγωνιστές όπως ήταν φυσικό απέσπασαν τις καλύτερες κριτικές (αν και πρώτη επιλογή του Redfort για το ρόλο του συμπρωταγωνιστή ήταν ο Al Paccino αλλά γρήγορα αναθεώρησε και επέλεξε τον Dustin Hoffman τελικά). Οι πρωταγωνιστές (μαζί με τον σεναριογράφο William Goldman)  ήταν τα πρόσωπα αυτά που κατάφεραν να αναδείξουν τους δημοσιογράφους σαν ήρωες της σύγχρονης εποχής.

Επιπλέον στοιχεία

Η κυριότερη ατάκα της ταινίας «follow the money» ήταν κατασκεύασμα του σεναρίου. Δεν υπήρχε πουθενά στο βιβλίο και δεν έχει λεχθεί ποτέ.

Ο Robert Redford είχε την ιδέα να γίνει η ταινία και ήθελε μόνο να είναι ο παραγωγός της ταινίας. H Warner Bros Studios τον πίεσε να πάρει και τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο ίδιος δήλωσε μετά την ταινία ότι το σενάριο έγινε κατά 10% από τον William Goldman και το υπόλοιπο 90% το έκανε αυτός με τον σκηνοθέτη Alan Pakula (γεγονός που διαψεύστηκε μετά από χρόνια από το περιοδικό “Written by”).

Η ταινία περιέχει αρκετά μυθοπλαστικά στοιχεία που δεν ήταν πραγματικά γεγονότα. Ατάκες, πρόσωπα δευτερεύουσας σημασίας, τα υποτιθέμενα γραφεία της εφημερίδας και στοιχεία πλοκής προστέθηκαν για τις ανάγκες της ταινίας.

Ο Redford και ο Huffman αποτέλεσαν μια πολύ καλή ομάδα στα γυρίσματα, με στενή συνεργασία και με χαρακτηριστικό το γεγονός ότι μάθαιναν ο ένας και τα λόγια του άλλο από όλες τις σκηνές έτσι ώστε να έχουν καλύτερη ροή οι διάλογοι μεταξύ τους.

Μια επιπλέον άποψη (η δική μου)

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό επάνω στον κινηματογράφο. Θέλω να τον θεωρώ περισσότερο σαν επιλεκτικό και απαιτητικό θεατή, ανεξάρτητα αν έχω ασχοληθεί αρκετά με τον κινηματογράφο, είτε εμπλεκόμενος επαγγελματικά και δημιουργικά με αυτόν, είτε εκπαιδευόμενος σε αυτόν. Η ταινία «Όλοι οι άνθρωποι του Προέδρου» αποτελεί μία από τις λίγες ταινίες που έχω δει που δεν στηρίζονται στην μουσική επένδυση και χρησιμοποιούν μόνο δύο μουσικά θέματα. Επίσης θεωρώ ότι είναι υπερβολικά δύσκολο να καταφέρεις σαν σκηνοθέτης να κρατήσεις τον θεατή καθηλωμένο με ένα δύσκολο θέμα για ταινία όπως είναι η πολιτική, με πολλά ονόματα και τοποθεσίες, με διεξοδική αφήγηση και πλοκή. Η ηθοποιία, η αφήγηση και η σκηνοθεσία είναι τα πιο δυνατά στοιχεία της ταινίας.

Η συγκεκριμένη ταινία αποτελεί μία εξαιρετική πρόταση όχι μόνο για μελλοντικούς και νυν δημοσιογράφους αλλά και όλους όσους θέλουν να θεωρούνται υπεύθυνοι και ενημερωμένοι πολίτες, σε όποια χώρα κι αν διαμένουν.

Αναφορές

Φωτογραφίες:

https://www.imdb.com/title/tt0074119/ , Rolling Stone Magazine, The Washington Post.

Βιβλίο:

Για την ταινία:

https://en.wikipedia.org/wiki/All_the_President%27s_Men_(film)

https://www.rottentomatoes.com/m/all_the_presidents_men

https://www.newyorker.com/culture/cultural-comment/william-goldman-turned-reporters-into-heroes-in-all-the-presidents-men

https://www.theguardian.com/film/2014/oct/10/all-the-presidents-men-watergate-conspiracy-richard-nixon-woodward-bernstein-redford-hoffman

https://www.rogerebert.com/reviews/all-the-presidents-men-1976

https://www.mentalfloss.com/article/78307/13-investigative-facts-about-all-presidents-men

Κατηγορίες
Ειδήσεις Κόσμος

Αργεντινή – Το χρονικό του χρέους

Η αποτυχία της εκτεταμένης εμπλοκής του ΔΝΤ να αποτρέψει την χρεοκοπία της Αργεντινής προκαλεί, σε ορισμένους, ανησυχίες και για την έκβαση της προσπάθειας της Ελλάδας. Οι δύο χώρες αντιμετώπιζαν κοινά προβλήματα στις αρχές της δεκαετίας του 90’ και επέλεξαν να τα επιλύσουν με την εφαρμογή προγράμματος μεταρρυθμίσεων στηριζόμενου στην υιοθέτηση σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Η αποτυχία και στις δύο χώρες ολοκλήρωσης των απαραίτητων διαρθρωτικών αλλαγών, παρά τις αρχικές επιτυχίες, άφησε τις οικονομίες τους εκτεθειμένες. Η μειωμένη ανταγωνιστικότητα, η δυναμική του δημόσιου χρέους, η οικονομική ύφεση και η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού προκάλεσαν κρίση εξυπηρέτησης του χρέους. Στην περίπτωση της Αργεντινής η κρίση κατέληξε στην χρεοκοπία.

Η χρεοκοπία της Αργεντινής το Δεκέμβριο του 2001 – η μεγαλύτερη στη σύγχρονη ιστορία – αναφέρεται συχνά ως παράδειγμα του πώς μια κρίση εξυπηρέτησης δημοσίου χρέους μπορεί να εξελιχτεί καταστροφικά καταλήγοντας στην χρεοκοπία. Η κρίση και η χρεοκοπία της Αργεντινής υπήρξε χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτυχίας ενός προγράμματος σταθεροποίησης και εξυγίανσης μιας αναπτυσσόμενης οικονομίας, που είχε σχεδιαστεί και υποστηριχθεί από τους διεθνείς οργανισμούς. Η χρεοκοπία μιας χώρας είναι κάθε άλλο από ένα ασυνήθιστο ή μη αναμενόμενο γεγονός (Reinhart & Rogoff, 2009), ιδίως για τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Η χρεοκοπία της Αργεντινής, όμως, υπήρξε μια ξεχωριστή περίπτωση, καθώς αποτέλεσε την διάψευση των προσδοκιών ενός ολόκληρου οικονομικού συστήματος.

2. Το αδιέξοδο και η επιλογή της Αργεντινής

Η Αργεντινή στις αρχές της δεκαετίας του 90’ βρίσκονταν σε οικονομικό αδιέξοδο. Για δεκαετίες η χώρα υπέφερε από υψηλό πληθωρισμό, από το 1975 έως το 1990 ο πληθωρισμός σε ελάχιστες περιπτώσεις έπεσε κάτω του 100%. Στο τέλος της δεκαετίας του 80’ η κατάσταση είχε ξεφύγει από κάθε έλεγχο με τον πληθωρισμό να μετράται σε χιλιάδες τις εκατό – ο μέσος πληθωρισμός το 1990 ήταν 7.029,16%. Ουσιαστικά τα δημοσιονομικά ελλείμματα καλύπτονταν με την έκδοση νέου χρήματος, ενώ η οικονομία ήταν σχεδόν σε συνεχή ύφεση από τα μέσα της δεκαετίας του 70’. Το πραγματικό ΑΕΠ το 1990 ήταν 6% χαμηλότερο από το ΑΕΠ του 1974. Πολιτική αστάθεια και εκτεταμένη διαφθορά (IMF, 2003) συνέβαλλαν στη δημιουργία ενός φαύλου κύκλου και στην αποτυχία των όποιων προγραμμάτων εξυγίανσης και σταθεροποίησης.

Το 1991 η Αργεντινή ξεκίνησε την εφαρμογή μιας σειράς διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με την υποστήριξη του ΔΝΤ σε μια προσπάθεια να αναστρέψει την πορεία της προς την χρεοκοπία. Κεντρικό σημείο της νέας προσπάθειας ήταν η δημιουργία του Currency Board (CB), δηλαδή η πρόσδεση του νέου peso με το δολάριο με σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία. Το CB επιλέχθηκε ως όπλο εναντίον του πληθωρισμού, ενώ επιβάλλοντας δια νόμου την υποχρεωτική μετατρεψιμότητα του νέου peso με το δολάριο, αφαιρέθηκε ταυτόχρονα η δυνατότητα χρηματοδότησης των δημοσιονομικών ελλειμ-μάτων με τη δημιουργία νέου χρήματος.

Ταυτόχρονα ξεκίνησε ένα πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων με κύριους άξονες τις ιδιωτικοποιήσεις, την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας διοίκησης (ιδίως των μηχανισμών συλλογής φόρων), την απελευθέρωση της αγοράς εργασίας, την απελευθέρωση του εμπορίου και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας. Θεωρήθηκε ότι η σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία θα αποκαθιστούσε την εμπιστοσύνη των αγορών αυξάνοντας την εισροή επενδυτι-κών κεφαλαίων και επιτρέποντας τον διεθνή δανεισμό της χώρας.

3. Η πορεία της Αργεντινής προς τη χρεοκοπία (1991 – 1997)

Τα πρώτα αποτελέσματα στην Αργεντινή από την εφαρμογή της πολιτικής του Washington Consensus ήταν θεαματικά. Ο πληθωρισμός τιθασεύτηκε και η ανάπτυξη ενισχύθηκε. Αυτές οι αρχικές επιτυχίες του προγράμματος προσέλκυσαν ξένους επενδυτές και άνοιξαν τις πόρτες των διεθνών αγορών κεφαλαίου. Οι εισροές κεφαλαίων στην Αργεντινή ενισχύθηκαν και η πρόσβαση στο διεθνή δανεισμό έγινε πιο εύκολη. Μεταξύ 1992 και 1999 οι καθαρές κεφαλαιακές εισροές στην Αργεντινή έφτασαν τα $100 δισ. Στα μέσα της δεκαετίας η Αργεντινή θεωρείτο πλέον ως μοντέλο επιτυχούς παρέμβασης του ΔΝΤ και η αντοχή που επέδειξε στην Μεξικανική (1994) και την Ασιατική (1997) κρίση θεωρήθηκε ως απόδειξη της επιτυχίας των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της υιοθέτη-σης του CB.

Οι κυβερνήσεις της Αργεντινής εκμεταλλεύθηκαν αυτές τις εξελίξεις για να δανειστούν ώστε να καλύψουν τα συνεχιζό-μενα δημοσιονομικά ελλείμματα. Την περίοδο 1991 – 1994 αυτά μειώθηκαν σημαντικά, αν και η βελτίωση βασίστηκε περισσότερο στην αύξηση των εσόδων παρά στην μείωση των δαπανών. Η καλή πορεία της οικονομίας επέτρεψε σε αυτό το διάστημα την βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών και την απορρόφηση σημαντικών χρεών που είχαν δημιουρ-γηθεί το προηγούμενο χρονικό διάστημα, αλλά αναγνωρίστη-καν και προστέθηκαν στο δημόσιο χρέος. Στο παρελθόν τα ελλείμματα καλύπτονταν με την δημιουργία χρήματος που προκαλούσε υψηλό πληθωρισμό. Πλέον χρησιμοποιούνταν η έκδοση ομολόγων στις διεθνείς αγορές, μια πολιτική που πολλοί θεωρούσαν προτιμότερη καθώς οι αγορές μπορούσαν να επιβάλλουν την απαραίτητη δημοσιονομική πειθαρχία και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα έθεταν υπό έλεγχο την δημοσιονομική κατάσταση. Αυτή η εξάρτηση από τον εξωτερικό δανεισμό, σε μεγάλο βαθμό βραχυχρόνιο και σε ξένο νόμισμα, αποδείχτηκε ως η σημαντική αδυναμία της όλης προσπάθειας.

4. Η κρίση (1998 – 2001)

Στα τέλη της δεκαετίας του 90’ υπήρξαν στην Αργεντινή μια σειρά από αρνητικές εξελίξεις: εξωτερικά χρηματοοικονομικά σοκ, πολιτική αστάθεια και πτώση των εξαγωγών, έφεραν στην επιφάνεια τις διαρθρωτικές αδυναμίες. Οι αρνητικοί εξωτερικοί παράγοντες περιλάμβαναν: τη στάση πληρωμών που κήρυξε η Ρωσία το 1998, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την μείωση των κεφαλαιακών εισροών στις αναδυόμενες οικονομίες, τη μείωση της ζήτησης στη Βραζιλία κυριότερο εμπορικό εταίρο της Αργεντινής, την πτώση των διεθνών τιμών των πρώτων υλών και των αγροτικών προϊόντων – κύριων εξαγωγικών προϊόντων της Αργεντινής, την ενδυνά-μωση του δολαρίου έναντι του ευρώ και την υποτίμηση κατά 70% του βραζιλιάνικου real στις αρχές του 1999. Η οικονομία εισήλθε σε μακροχρόνια ύφεση το 1999, η οποία φανέρωσε όλες τις συσσωρευμένες ανισορροπίες.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες η εμπιστοσύνη των διεθνών χρηματαγορών απέναντι στην Αργεντινή μειώθηκε ραγδαία περί τα τέλη του 1999, με αποτέλεσμα να αυξηθεί το επιτόκιο δανεισμού εξαιτίας της αύξησης του κινδύνου χώρας. Το επιτόκιο αυτό είναι πρακτικά απαγορευτικό για την αναζήτηση δανείων από τις διεθνείς αγορές. Η μόνη εναλλακτική δυνατότητα ήταν ο δανεισμός από το ΔΝΤ.

Το ΔΝΤ στα τέλη του 1999 βρέθηκε μπροστά σε ένα δίλημμα. Ήταν η κρίση που αντιμετώπιζε η Αργεντινή κρίση ρευστότητας, άρα αρκούσε η παροχή δανείων από το ΔΝΤ μέχρις η ηρεμία να αποκατασταθεί στις αγορές και να μπορέσει η Αργεντινή να επιστρέψει σε αυτές ή το εξωτερικό χρέος ήταν πλέον μη διατηρήσιμο και άρα έπρεπε να παρθούν ριζικά μέτρα όπως η αναδιάρθρωση του χρέους ή η υποτίμηση του νομίσματος ή και τα δύο. Το ΔΝΤ θεώρησε ότι ήταν τελικά κρίση ρευστότητας και επέλεξε να ανακοινώσει την παροχή ρευστότητας στη χώρα ύψους συνολικά $ 40 δισ. Ταυτόχρονα απαίτησε αυστηρά μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών προσδοκώντας ότι αυτό θα αποκαθιστού-σε την εμπιστοσύνη των αγορών.

Ο ρόλος που έπαιξε το ΔΝΤ κατά την εξέλιξη της κρίσης απετέλεσε αντικείμενο σκληρής κριτικής. Το ΔΝΤ λειτούργησε ως κατά συνθήκη εγγυητής ότι οι πολιτικές των κυβερνήσεων της Αργεντινής ήταν συνεπής με την διατήρηση του CB και ουσιαστικά με την χρηματοδότηση που παρείχε απλώς καθυστέρησε την εκδήλωση της κρίσης και μεγάλωσε το εύρος της. Οι πολιτικές του απέτυχαν. Οι αυξήσεις στους φόρους και οι περικοπές των δημοσίων δαπανών βάθυναν την ύφεση, ανατροφοδοτώντας την πτώση της εμπιστοσύνης και αποτρέ-ποντας την πτώση των επιτοκίων.

5. Η χρεοκοπία της Αργεντινής (2001)

Το Νοέμβριο 2001 η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι δεν μπορούσε να εκπληρώσει τις απαιτήσεις του ΔΝΤ, σε σχέση με τον περιορισμό του δημοσιονομικού ελλείμματος της χώρας και το ΔΝΤ αρνήθηκε να «εμβάσει» ένα προγραμματισμένο δάνειο, ύψους $ 1,25 δισ. Ακολούθησε ταχεία και μαζική φυγή κεφαλαίων από την χώρα, τεράστια κρίση στον τραπεζικό τομέα καθώς οι καταθέτες έσπευδαν να μετατρέψουν τις καταθέσεις τους από peso σε δολάρια ή και να τις αποσύρουν και πάγωμα (περιορισμοί στις αναλήψεις) των καταθέσεων. Ακολούθησε τεράστια κοινωνική ένταση (γενικές απεργίες, βίαιες διαδηλώσεις, εναλλαγές κυβερνήσεων) για να καταλή-ξουμε στην ανακοίνωση της χρεοκοπίας τον Δεκέμβριο του 2001. Η χρεοκοπία της Αργεντινής ήταν και παραμένει η μεγαλύτερη κρατική χρεοκοπία στη σύγχρονη ιστορία.

Τον Ιανουάριο του 2002 αποφασίσθηκε η εγκατάλειψη του CB και η υποτίμηση του peso κατά 28%. Παρόλα αυτά ο πανικός που ακολούθησε στην αγορά συναλλάγματος οδήγησε τελικά το peso στα τέλη του 2002 σε μια ισοτιμία 1:3,4 με το δολάριο. Ταυτόχρονα ελήφθησαν μέτρα αναγκαστικής μετατροπής των δολαριακών λογαριασμών και δανείων σε peso, μέτρα παγώματος των καταθέσεων με επιβολή περιορισμών στις αναλήψεις.

Οι μακροοικονομικές συνέπειες ήταν δραματικές με το ΑΕΠ να υποχωρεί κατά 11%, τον πληθωρισμό να αναζωπυρώνεται και την ανεργία να αγγίζει το 20%. Η υποτίμηση του νομίσματος είχε ως αποτέλεσμα τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας και οι εξαγωγές αυξήθηκαν τα επόμενα χρόνια βοηθούμενες και από την διεθνή οικονομική ανάκαμψη και την αύξηση των διεθνών τιμών των εξαγωγικών προϊόντων της Αργεντινής. Μέχρι σήμερα η Αργεντινή εξακολουθεί να εξυπηρετεί μόνο το χρέος προς διεθνείς οργανισμούς (ΔΝΤ, Παγκόσμια Τράπεζα) και μέρος του εσωτερικού χρέους (σε νέα υποτιμημένα peso), ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να προωθήσει μια αναδιάρθρωση του υπόλοιπου χρέους ώστε να επανακτήσει πρόσβαση στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.

Η χρεοκοπία ήρθε ως αποτέλεσμα των μακροχρόνιων αδυναμιών της οικονομίας οι οποίες έκαναν αδύνατη την αντιμετώπιση της ύφεσης. Οι αναλύσεις για την κρίση της Αργεντινής αναγνωρίζουν και επικεντρώνονται σε συγκεκριμένους παράγοντες που οδήγησαν στην κρίση: η μη ολοκλήρωση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, η δυναμική του δημοσίου χρέους και το ανελαστικό συναλλαγματικό καθεστώς. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθεί και η πολιτική αστάθεια κατά τα κρίσιμα έτη 1999 – 2001 και η έλλειψη ισχυρής πολιτικής ηγεσίας.

6. Σήμερα

Η κυβέρνηση, πέραν της αναδιάταξης του χρέους προς το ΔΝΤ (57 δισ. δολάρια, η αποπληρωμή του τυπικά θα αρχίσει το 2021) υπέβαλε στο Κογκρέσο σχέδιο νόμου για την εθελοντική αναχρηματοδότηση του χρέους προς τον ιδιωτικό τομέα με την παραίτηση των ωριμάνσεών του «χωρίς απώλεια κεφαλαίου ή τόκων», σύμφωνα με τον Λακούνσα (τέως Υπουργός Οικονομικών Αργεντινής).

Όμως, για 9η φορά η Αργεντινή δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος της και επιλέγει την λύση της επιμήκυνσης εξέλιξη που ισοδυναμεί με επιλεκτική χρεοκοπία.

Η προτεραιότητα είναι να διασφαλιστεί η σταθερότητα, διότι είναι άχρηστο να ενεργοποιηθούν μέτρα για επιμήκυνση του χρέους εάν δεν υπάρχει σταθερότητα. Οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων της Αργεντινής κατέρρευσαν μετά τις προκριματικές εκλογές στις 11 Αυγούστου 2019 που έδειξαν ότι ο σκληρά νεοφιλελεύθερος πρόεδρος Μαουρίσιο Μάκρι χάνει την υποστήριξη των πολιτών.

Μετά τη νέα χρεοκοπία οι Αργεντινοί έδειξαν την πόρτα της εξόδου στον πρόεδρο Μάκρι στις εκλογές του Οκτωβρίου του 2019. Έτσι, αποκτούν νέο πρόεδρο, τον 60χρονο δικηγόρο κεντροαριστερό περονιστή, Αλμπέρτο Φερνάντες, για να κυβερνήσει έως τα τέλη του 2023.

Όμως οι εξελίξεις τρέχουν γοργά. Η Αργεντινή βρίσκεται «ουσιαστικά σε στάση πληρωμών», επιβεβαίωσε λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 2019 ο νέος πρόεδρός της, δύο ημέρες μετά την υποβάθμιση του αξιόχρεου του δημοσίου της χώρας από τους οίκους αξιολόγησης Fitch και Standard and Poor’s στην κατηγορία της «επιλεκτικής χρεοκοπίας». Φτάνουμε λοιπόν σήμερα το δημόσιο χρέος της Αργεντινής να ανέρχεται σε 330 δισ. δολάρια, ή σχεδόν το 90% του ΑΕΠ της, εκ των οποίων 44 δισ. οφείλονται στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ).

Συντάκτες: Σταυρούλα Τζιανταρίδου, Πάνος Δούκας

Αναφορές

Άρθρο έναυσμα για την εργασία: Εφημ. Βήμα

https://www.exandasdocumentaries.com/series/argentina/exandas-overview.php

https://m.naftemporiki.gr/story/1348965

http://www.pspa.uoa.gr/fileadmin/pspa.uoa.gr/uploads/Undergraduate/42582S_Comparative_Politics_II_Argent-Hellas_2012-13.pdf