Κατηγορίες
Uncategorized Θρησκεία Κοινωνία Πολιτισμός

Το “πορτρέτο” ενός αγαπητού στο λαό Ποιμενάρχη, λίγο πριν πέσει η αυλαία της ζωής του.

Η τελευταία συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου

Αν θέλαμε να σκιαγραφήσουμε το «πορτρέτο» ενός από τους πιο αγαπητούς  στο λαό «Ποιμενάρχες»  αυτό σίγουρα θα ήταν του τέως μακαριστού κι εκλιπόντος από τη ζωή Αρχιεπισκόπου κ.κ. Χριστόδουλου ο οποίος  με την όλη πορεία της ζωής του άφησε αναμφίβολα  ανεξίτηλο το στίγμα του στα εκκλησιαστικά αλλά και εθνικά δρώμενα της χώρας, εξαιτίας της μεγάλης επιρροής που ασκούσε η δύναμη του λόγου του σε αυτά. Μέσα από την τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε στον γνωστό τότε δημοσιογράφο της  ΕΡΤ , Τάκη Χατζή τον Οκτώβριο του 2006, μας δίνεται η ευκαιρία με σύντομο αλλά  και περιεκτικό τρόπο να γνωρίσουμε από  κοντά  γνωστές αλλά  και άγνωστες πτυχές της  ζωής του, όπως αυτές ξετυλίγονται  από την  παιδική του ηλικία και εκτείνονται  σχεδόν έως και το τέλος της αρχιερατικής του διαδρομής.

Έτσι, στην αρχή της εν λόγω συνέντευξης  με μια σύντομη ιστορική αναδρομή γίνεται μνεία  στην προσφυγική  καταγωγή  των γονιών του Αρχιεπισκόπου, οι οποίοι, όπως ο ίδιος αναφέρει, ήταν από την πόλη της  Αδριανούπολης, απ’ όπου το 1924 με την συνθήκη της Λωζάνης  υποχρεώθηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν  στη Ξάνθη. Εκεί στο νέο τους περιβάλλον μετά από αρκετό καιρό και δυσκολίες κατόρθωσαν να ορθοποδήσουν, όταν ο πατέρας του  έγινε  μεγαλέμπορας εξοικονομώντας με αυτόν τον τρόπο τα προς το ζην της οικογένειάς τους. Το 1939 είναι η χρονιά γέννησης του Αρχιεπισκόπου στην Αθήνα, όπου μετά από έναν δύσκολο τοκετό βλέπει το πρώτο  φως της μέρας  στο ιδιωτικό μαιευτήριο Έλενα.

  Από το σημείο αυτό κι έπειτα η συνέντευξη  μας μεταφέρει νοερά στα πρώτα παιδικά του χρόνια σε ένα καθαρά  χριστιανικό   οικογενειακό    περιβάλλον με μια μητέρα  κοντά στην εκκλησία του Χριστού που  ενδιαφέρεται όσο τίποτα άλλο  να  εμφυσήσει πανανθρώπινες χριστιανικές αξίες αγάπης  στον μικρό της Κωνσταντίνο, όπως ήταν το κοσμικό  όνομα του Αρχιεπισκόπου, αλλά κι έναν πατέρα ιδιαίτερα αυστηρό που έδειξε ιδιαίτερο ζήλο για το επίπεδο  μόρφωσης του παιδιού του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η επιμονή  του στο να δοθεί στο γιο του  μια ιδιαίτερα υψηλή μόρφωση  που θα αφορούσε την ιδιωτική εκπαίδευση παραβλέποντας τις  όποιες οικονομικές θυσίες έπρεπε να γίνουν. Έτσι, ο Κωνσταντίνος ΠαρασκευαΪδης, όπως λεγόταν το κοσμικό όνομα του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, βρίσκεται να σπουδάζει στην ιδιωτική  Λεόντειο σχολή των Αθηνών λαμβάνοντας την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση για εκείνη την εποχή. Εκεί, όπως ο ίδιος αναφέρει,  μαθαίνει πολύ καλά την Ελληνική αλλά και Γαλλική γλώσσα και προσλαμβάνει πολύ καλή ηθική γνώση από τα μαθήματα της εν λόγω σχολής.

Στα πολύ ιδιαίτερα χρόνια της εφηβείας του Αρχιεπισκόπου  που ακολουθούν  αμέσως μετά στη διάρκεια της συνέντευξης  διαπιστώνει κανείς ότι υπήρξε ένας νεαρός έφηβος που ξεχώριζε σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Έτσι, εξαιτίας του ότι πάντα λογάριαζε το αντίκτυπο που θα είχε στην εικόνα της εκκλησίας η δική του τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά, απέφευγε πάντα να επιδείξει μια τέτοια. Όταν τις Κυριακές ήταν ο ψάλτης της εκκλησίας του και τον έβλεπαν εκατοντάδες κόσμου πιστοί άνθρωποι, του ήταν αδιανόητο να φανεί κατώτερος των περιστάσεων και να προκαλέσει  με την όποια απρεπή συμπεριφορά του τα σχόλια αυτών με τους οποίους μαζί εκκλησιάζονταν. Έτσι, φρόντιζε σχεδόν πάντα να είναι ένας καλός μαθητής κι ένα καλό παιδί  που με προσοχή και διάκριση συμμετείχε μεν σε όλα, όμως  ως «παιδί της εκκλησίας» που ήταν πάνω από όλα πρόσεχε  να μην  δώσει ποτέ και σε κανένα εκείνο το  δικαίωμα που θα επηρέαζε με αρνητικό τρόπο την εικόνα της. Αυτό το καλό παιδί  μαθαίνουμε στη συνέχεια από την συνέντευξη   επιλέγει στα χρόνια της νιότης του να γίνει  φοιτητής ταυτόχρονα δυο σχολών της Νομικής και της Θεολογικής κάτι που  σύμφωνα με τα εκπαιδευτικά δεδομένα της τότε εποχής ήταν καθ’ όλα επιτρεπτό, ενώ μέσα του ήδη ανατέλλει η απόφαση της  εξ’ ολοκλήρου αφιερώσεώς του στο δρόμο της του Χριστού ιεροσύνης.

Σε αυτό το σημείο η συνέντευξη φροντίζει να μας  μεταφέρει σε άγνωστα περιστατικά της ζωής του Αρχιεπισκόπου, όταν ήταν ακόμα φοιτητής, τα οποία έχουν να κάνουν με τη σύσταση αδελφότητας της λεγόμενης «Χρυσοπηγής» της οποίας υπήρξε και βασικό ιδρυτικό μέλος μαζί με τον φίλο του και διάκονο ,Καλλίνικο. Το όνομα της αδελφότητας  δεν ήταν τυχαίο! Ήταν το τάμα τους στο μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοπηγής στην Ηλεία, το οποίο επισκέπτονταν από κοινού  τα καλοκαίρια  προσευχόμενοι να τους αξιώσει να ιδρύσουν  κάποτε την εν λόγω αδελφότητα. Όταν η προσευχή τους εισακούστηκε και η αδελφότητα ήταν γεγονός επέδειξαν μέσω αυτής  ιεραποστολική δράση μέσα στον κόσμο. Ωστόσο, η διαίρεση που επήλθε σε παρόμοιες  αδελφότητες εκείνη την εποχή τους παρότρυνε να πράξουν το ίδιο, ενώ  παράλληλα αναθεώρησαν  και τον ιδιαίτερο ρόλο που πρέπει να επιτελέσει ένας μοναχός! Έτσι, όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε και  ο ίδιος ο μακαριστός Χριστόδουλος, η θέση του μοναχού  σύμφωνα με την παράδοση της ορθόδοξης εκκλησίας  αφορά την ένταξη του σε μοναστηριακή κοινότητα που ζει πέρα από τον κόσμο για τον κόσμο. Αυτή του η διαπίστωση τον οδήγησε συνειδητά στο να μεταβεί μαζί με τον φίλο του Καλλίνικο σε μονή στα Μετέωρα όπου και χειροτονήθηκε διάκος από τον τότε Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών κ. Διονύσιο. Στην εκεί παραμονή του, στη μονή Βαρλαάμ, ανέλαβε μεγάλο έργο ιεραποστολής με ομιλίες και κηρύγματα έξω στον κόσμο και ιδιαίτερα σε  σχολεία ,ενώ μεγάλος ήταν ο ρόλος του και στην ανακαίνιση της εν  λόγω μονής.

Ακολουθούν τα χρόνια της επιστροφής  του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου στην Αθήνα όπου  υπηρετεί τον στρατό και μετέπειτα την εκκλησία από τη θέση του ιεροκήρυκα και του εφημέριου ναού στο Παλαιό Φάληρο για 7 ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, ιδιαίτερα αξιόλογη αποδείχτηκε η μετέπειτα δράση του από τη θέση του Αρχιμανδρίτη καθώς προχωρώντας στην ιεραρχία της εκκλησίας βρίσκεται να την υπηρετεί από τη θέση του δεύτερου γραμματέα της Ιεράς Συνόδου, μετά τον αρχιγραμματέα.  Στα  χρόνια της δικτατορίας διευκολύνει καθοριστικά  την αποστολή ιεροκηρύκων σε εξόριστους στο νησί της Γυάρου  κάνοντας πράξη την χριστιανική αντίληψή του«υπέρ του πάσχοντος» ανθρώπου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του τον πείραζε πολύ το γεγονός ότι η εκκλησία σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια δεν επέδειξε καμιά αντίσταση σε ότι συνέβαινε, κάτι που χρεωνόταν να απαντήσει μπροστά στη νεολαία του Βόλου από τη θέση του μητροπολίτη της κάθε φορά που επισκέπτονταν τα εκεί σχολεία την περίοδο της μεταπολίτευσης και συγκεκριμένα την χρονιά του 1974. Στην ερώτηση των παιδιών για το τι έκανε η εκκλησία την περίοδο της δικτατορίας απαντούσε ότι όντως δεν σεβάστηκε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όμως το  τίμημα, όπως δήλωσε, το πλήρωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδας  Ιερώνυμος, ο οποίος αυτοτιμωρήθηκε με την παραίτησή του. Από εκεί κι έπειτα δίνει υπόσχεση στο λαό , ότι «δεν πρόκειται να κρατήσει στο εξής κλειστό το στόμα του, καθώς  θα ομιλεί ακόμα και για πολιτικά θέματα» .

Η συνέντευξη  από εδώ κι έπειτα άρχισε να περνά σε πιο προσωπικό επίπεδο με έντονη φόρτιση,  όταν ο Αρχιεπίσκοπος ρωτήθηκε για το ποιά είναι η θέση του σε ότι αφορά το γεγονός ότι έχει  κατηγορηθεί γενικότερα πως  επεμβαίνει με τον λόγο του τόσο  στην πολιτική κατάσταση της χώρας  όσο και στα  εθνικά της  θέματα, ενώ για όλα αυτά υπεύθυνη ορίζεται από το λαό η εκάστοτε εκλεγμένη  ελληνική κυβέρνηση .Με την απάντησή του  έκανε σαφές  ότι ο ρόλος της εκκλησίας πέρα από τον τελετουργικό της χαρακτήρα είναι  να έχει φωνή και λόγο και να υψώνει τη φωνή της κάθε φορά που παρίσταται ανάγκη ακόμα και για  εθνικά ζητήματα. Για τον Αρχιεπίσκοπο το κάθε τι  που απασχολούσε  τους Έλληνες, τη νεολαία, τα παιδιά και τις οικογένειές τους έπρεπε  να απασχολεί και την ίδια την εκκλησία, η οποία και έπρεπε να πάρει θέση, να πει την άποψή της πάνω σε αυτό το θέμα.

  Προς το τέλος της η  συνέντευξη άρχισε να λαμβάνει την κορύφωσή της και να  εστιάζει στο γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος με τη δύναμη του λόγου του επηρέαζε καταστάσεις και πράγματα που είχαν να κάνουν με θέματα μείζονος σημασίας, όπως με την εκκλησιαστική περιουσία και την περιβόητη κάθαρση στο εσωτερικό της εκκλησίας αλλά και το φλέγον θέμα των ταυτοτήτων. Σε ότι αφορά την εκκλησιαστική περιουσία και στο που αυτή διοχετεύτηκε  εν ολίγοις τόνισε ότι αυτή κατά το 90-95% έχει δοθεί στο λαό και ότι το κράτος εδώ και χρόνια εφαρμόζοντας μια ληστρική επιδρομή με απαλλοτριώσεις που έγιναν την οδήγησαν σε αφανισμό. Αναφερόμενος στην  κάθαρση στο εσωτερικό της εκκλησίας, ο Αρχιεπίσκοπος διευκρίνισε, ότι εξαιτίας της μεγάλης προβολής που έγινε για το εν λόγω θέμα από τα ΜΜΕ, η εκκλησία προχώρησε σε πειθαρχικές διώξεις, δηλαδή σε ανακρίσεις σε βάρος 5 Ιεραρχών κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ ξανά στην ιστορία της εκκλησίας της Ελλάδος. Τέλος, όταν ρωτήθηκε για  το θέμα των ταυτοτήτων, ο Αρχιεπίσκοπος επεσήμανε το γεγονός ότι τα 3000000 των υπογραφών που συγκεντρώθηκαν, αποτέλεσε το επόμενο βήμα μετά τις λαοσυνάξεις που πραγματοποιήθηκαν, προκειμένου να ζητηθεί  από την κυβέρνηση να προχωρήσει σε δημοκρατικό δημοψήφισμα.

Με βάση, λοιπόν, τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν για τη ζωή και το έργο   μιας αναμφίβολα  αξιόλογης εκκλησιαστικά ηγετικής  μορφής, όπως αυτής   του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, θα μπορούσαμε ως κατακλείδα  να πούμε, ότι με την  τελευταία συνέντευξή του ολοκληρώθηκε ο  καμβάς ενός υπέροχου «εκκλησιαστικού πορτρέτου» του οποίου η αξία δικαίως ισοδυναμεί με την απέραντη αγάπη που τρέφει ακόμα και σήμερα ο λαός προς το πρόσωπό του παρά την απουσία του. Σε μια εποχή που η νέα τάξη πραγμάτων τείνει να γίνει πραγματικότητα με ότι αυτό συνεπάγεται σε παγκόσμια κλίμακα κι όπου πλέον η ανθρωπότητα στο σύνολο της βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες καταστάσεις άνευ προηγουμένου, κρίνεται επιτακτική περισσότερο σήμερα από ποτέ η ανάγκη να υπάρξουν μορφές και πρότυπα ανθρώπων που με την παρουσία τους να ηγηθούν κρατώντας ψηλά πανανθρώπινες αξίες και ιδανικά που δεν παραχωρούνται ούτε και διαπραγματεύονται στο βωμό μιας ολέθριας ισοπεδωτικής  παγκοσμιοποίησης! Σήμερα, λοιπόν, περισσότερο από ποτέ ηγετικές εκκλησιαστικές μορφές, όπως υπήρξε αυτή  του εκλιπόντος μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων τιμώντας μαζί με την χώρα τους το πάνσεπτο και ιερό σώμα της του Χριστού εκκλησίας προκειμένου να μη χαθεί μαζί με την θρησκευτική μας πίστη, η πολιτιστική μας κληρονομιά αλλά και η αδιαπραγμάτευτη θέλουμε να πιστεύουμε εθνική μας ακεραιότητα!

   

Κατηγορίες
Ειδήσεις Θρησκεία Κοινωνία Κόσμος Υγεία

´Ενα πάσχα διαφορετικό από τα άλλα!

Με αφορμή την σημερινή μέρα και την ιερότητα της,ξυπνώντας το πρωί με έπιασε μια νοσταλγία,νοσταλγία γι’ αυτά,που είχα συνηθίσει να κάνω και να νιώθω αυτή την μέρα. Μεγάλη πέμπτη σήμερα και τίποτα γύρω μας δεν θυμίζει Μεγάλη Εβδομάδα και Πάσχα. Κανένας δεν περίμενε πως θα έρθει μια μέρα,που ένας μονοκύτταρος οργανισμός θα μας απομάκρυνε από τους ανθρώπους μας,από τις συνήθειες και τα έθιμα μας,κι όμως ήρθε. Το όνομα αυτού,κορωνοϊός.

Δεν έχουμε καταφέρει να μάθουμε ακόμα τις αδυναμίες του,αλλά ξέρουμε τις δυνατότητες του,που είναι ότι μεταδίδεται πανεύκολα και έχει μια ιδιαίτερη αδυναμία στους ηλικιωμένους και τους ανοσοκατεσταλμένους-ευπαθείς ομάδες,παρ’ όλα αυτά δεν σημαίνει ότι παραλείπονται αυτόματα και όλοι οι υπόλοιποι. Η κυβέρνηση έλαβε μέτρα αρκετά γρήγορα κάτι,που βοήθησε σημαντικά. Αυτό σήμαινε βέβαια ότι όλοι μας αναγκαστήκαμε να μείνουμε σπίτι,κάποιοι από εμάς να απομακρυνθούμε από τους ίδιους μας τους γονείς (μιας και δεν μέναμε μαζι),να μην κάνουμε συντροφιά στις γιαγιάδες και τους παππούδες μας,επιχειρήσεις,σχολεία και σχολές έκλεισαν,το ίδιο και οι εκκλησίες ,φτάσαμε στο σημείο να στέλνουμε μήνυμα για να πηγαινουμε μέχρι το φαρμακείο ή το Σουπερμάρκετ και δεν αμφιβάλλει κανείς πως όλα αυτά έγιναν για το κοινό καλό αν λάβει κανείς υπόψιν τους χιλιάδες θανάτους,που προκλήθηκαν σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στην Ευρώπη.

Πολλοί είναι της άποψης πως ίσως με όλα αυτά τα δεινά που απέφερε η Πανδημία,έφερε και κάποια καλά,πως μας έκανε να συνειδητοποιήσουμε κάποια πράγματα.Πρώτο απ’όλα το πόσο σύντομη μπορεί να είναι η ανθρώπινη ζωή και μη δεδομένη,να εκτιμήσουμε τα απλά πράγματα κι όμως τόσο σημαντικά, μια αγκαλιά,ένα φιλί ,τους ανθρώπους μας,τις μικρές στιγμές,το πόσο ίδιοι είμαστε μεταξύ μας. Αν και επικροτώ αυτή την άποψη,προσωπικά δεν παύει να με ξενίζει και να με θλίβει,που κάτι τέτοιες μέρες δεν θα μπορέσω να βάψω τα αυγά με την μητέρα μου,να περάσω κάτω από τον Επιτάφιο την Μεγάλη Παρασκευή, να ακούσω το Χριστός Ανέστη στην εκκλησία του Χωριού μου και να πάρω το Άγιο φως κατα πάσα πιθανότητα από έναν άγνωστο,που εκείνη την ώρα για κάποιο λόγο θα γίνει γνωστός όπως και όλοι οι άλλοι γύρω μου,χαμογελώντας όλοι για τον ίδιο λόγο,να κοινωνήσω και να πάρω αυτή την χαρά και αγαλλίαση,που σου προσφέρει και έπειτα γυρίζοντας σπίτι και αντικρίζοντας την οικογένεια μου να γιορτάσουμε το Πάσχα.

Μπορεί σε κάποιους να φαντάζει ασήμαντο ίσως και γελοίο μιας και το Πάσχα είναι προφανώς κάτι,που υπάρχει πρώτα απ’ όλα στις ψυχές μας και δεν χρειάζεται να κάνει κάποιος όλα αυτά τα τελετουργικά για να το νιώσει, να το ζήσει. Μόνο που για κάποιους από εμάς το Πάσχα είναι απλά λίγο πιο συναισθηματικό. Συνδέεται με αυτά τα τελετουργικά,με αναμνήσεις,με στιγμές με ήθη και έθιμα, με πρόσωπα,άλλωστε δίχως αυτά τι θα κάναμε;

Κλείνοντας λοιπόν και ανακεφαλαιώνοντας, θέλω να προσθέσω ότι μπορεί αυτό το πάσχα να μην είναι όντως όπως το περιμέναμε,αυτό δεν σημαίνει όμως πως δεν θα το νιώσουμε ούτε πως δεν θα το γιορτάσουμε με ένα δικό μας ίσως ξεχωριστό τρόπο αυτή την χρονιά. Ένα είναι το σίγουρο,οι δυσκολίες πάντα μας κάνουν πιο δυνατούς και ίσως όταν αυτό το κακό όνειρο τελειώσει να έχουμε γίνει και εμείς λίγο διαφορετικοί. Λίγο καλύτεροι, Να αγαπάμε πιο πολυ,να συγχωρούμε πιο εύκολα,και να γιορτάζουμε κάθε Πάσχα και κάθε περίσταση πιο ζωντανά σαν να ήταν το τελευταίο. Θα κλείσω λοιπόν, με αυτό που,συνηθίζουν να λένε αυτές τις μέρες.Κάθε τέλος είναι και μια αρχή,κάθε σταύρωση και μια ανάσταση. Καλό Πάσχα λοιπόν και καλή Ανάσταση σε όλους!