Κατηγορίες
Uncategorized Πολιτισμός Τέχνες

Λίνα Νικολακοπούλου, μια μεγάλη καλλιτέχνης με ξεχωριστή ταπείνωση!

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνέντευξη απ’ τον καλλιτεχνικό χώρο της μουσικής είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει το τηλεοπτικό κοινό τον περσινό  χειμώνα στην εκπομπή “Art Week” της γνωστής δημοσιογράφου Λένας Αρώνη. Το πρόσωπο καλεσμένη  της εν λόγω εκπομπής ήταν  η πολύ γνωστή και επιτυχημένη στιχουργός Λίνα Νικολακοπούλου. Αφορμή στάθηκε η συνεργασία της με τον καταξιωμένο μουσικοσυνθέτη Διονύση Σαββόπουλο για το στήσιμο ενός λαϊκού προγράμματος που θα λάμβανε χώρα στη μουσική σκηνή του θεάτρου « Άλσος» στο πεδίο του Άρεως στην Αθήνα! Κι ενώ στην αρχή, η συνέντευξης μας παρουσιάζει το χρονοδιάγραμμα της εν λόγω συνεργασίας, όπως τι προηγήθηκε, τι ακολούθησε και πώς οργανώθηκε, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν  οι τοποθετήσεις της στιχουργού  πάνω σε βασικά σημεία που αφορούν  τη ζωή αλλά και το  έργο της. Έτσι, θα δούμε από κοντά προσωπικές της απόψεις για το τι σημαίνει να είναι κανείς καλλιτέχνης και να μπορεί αυτό να το διατηρήσει μέσα στον χρόνο, ενώ ταυτόχρονα θα ανακαλύψουμε έναν απλό και φιλοσοφημένο άνθρωπο από κάθε άποψη μιας και είναι ιδιαίτερα ευγνώμων για ότι η ζωή της χάρισε αλλά και συνεχίζει να της προσφέρει απλόχερα, όπως η ίδια ομολογεί γεμάτη χαρά.

Λίνα Νικολακοπούλου: μια γυναίκα που επιτρέπει στον εαυτό της  τον χαρακτηρισμό  του  καλλιτέχνη θεωρώντας πως «οι τίτλοι τιμής σε κάνουν να νιώθεις ήρεμος και γαλήνιος εφόσον είναι αληθείς ».

Αν και η συνέντευξη ξεκινά από πλευράς δημοσιογράφου με τον χαρακτηρισμό της δημιουργού ως  στιχουργού και ποιήτριας υπερισχύοντας, ωστόσο, εκείνο της ποιήτριας, εκείνη δίνει στον εαυτό της τον τίτλο του καλλιτέχνη, ενώ θεωρεί ότι οι τίτλοι τιμής, εφόσον είναι αληθινοί, τότε και μόνο τότε μπορούν να εξασφαλίσουν την γαλήνη και την ηρεμία σε όποιον αποδίδονται. Ανήσυχο πνεύμα, δημιουργικό, γεμάτο όρεξη για καινούρια  πράγματα δεν χάνει σχεδόν ποτέ το ραντεβού της με κάθε τι  καλλιτεχνικά  καινούριο  ξαναμπαίνοντας σε μια περιπέτεια του να στήσει κάθε φορά  ένα νέο concept.

Κι όλα τα παραπάνω συμβαίνουν, γιατί διψά να ζει μέσα στον κόσμο νιώθοντας δημιουργική και ζωντανή χωρίς να την ενδιαφέρει έστω και για λίγο να αποτραβηχτεί προκειμένου να απολαύσει αυτά που έχει χτίσει εδώ και πολλά χρόνια. Γι αυτό όταν ρωτήθηκε για το αν αυτό που σκέφτεται υλοποιείται με έναν μαγικό τρόπο ή απλά την καλούν τα πράγματα από μόνα τους  απαντά ευθέως ότι«εκείνο που παίζει μεγάλο ρόλο είναι το κατά πόσο μέσα σου ονειρεύεσαι ή επιθυμείς να συμβούν πράγματα». Χωρίς, ωστόσο, να παραβλέπει ότι το κάθε πράγμα έχει την δικιά του ώρα, όπως για παράδειγμα στην δική της περίπτωση να βρει τους κατάλληλους συνεργάτες, παραδέχεται ότι «υπάρχουν φορές που μπορεί να θέλεις να κάνεις κάτι, όμως αυτό να αναχαιτίζεται και να μην συμβαίνει! Όμως, είναι πολύ υπέροχο, όταν είσαι έτοιμος να έρχεται κάποιος και να σου λέει μ’ ενδιαφέρει να κάνεις αυτό, σκέφτηκα να κάνεις αυτό ,είναι ωραία στιγμή».

Για την ίδια ισχύει ότι «γεννιέσαι με το ταλέντο σου, όμως στη διαδρομή σου γίνεσαι αυτό που θέλεις να φτάσεις  αναλόγως με το κατά πόσο ονειρεύεσαι, κατά πόσο σε απασχολεί και ως που οραματίζεσαι να δεις τον εαυτό σου»!

Όταν ρωτήθηκε για το αν Λίνα Νικολακοπούλου γίνεσαι ή γεννιέσαι απάντησε ότι σύμφωνα με τα πιστεύω της γεννιέσαι με ένα ταλέντο, αλλά στη πορεία γίνεσαι ακριβώς την ώρα που αντιλαμβάνεσαι καλύτερα τον εαυτό σου, τον στόχο σου, τη δύναμή σου εσωτερικά, το όραμά σου. Όταν δηλαδή  καταλάβεις ότι περιέχεις κάτι τυχαία, όπως όταν πάρεις ένα χαρτί κι ένα μολύβι και γράψεις κάτι που μέχρι την ώρα που θα το δεις μπροστά σου να μην ήξερες ότι μπορείς να το καταφέρεις .

Καλλιτέχνης για την ίδια  είναι αυτός που συγκινείται με ότι μπορεί να συμβαίνει γύρω του, όπως με το φως της ημέρας, με την εικόνα ενός ποταμιού ή με ένα υπέροχο λουλούδι προσπαθώντας, αφού τα μεταβολίσει μέσα του, να φέρει προς τα έξω το έντονο συναίσθημα που τον διακατέχει. Και συνεχίζει λέγοντας πως δεν είναι λίγες οι φορές που ο καλλιτέχνης καταλαβαίνει πως κουβαλά κάτι άλλο μέσα του, όταν δεν μπορεί να χαρεί εύκολα με ότι βρίσκεται γύρω του, όχι ότι δεν χαίρεται αλλά δεν του αρκεί κι όλο ονειρεύεται να παράγει κάτι άλλο, να επικοινωνήσει τον εσωτερικό του κόσμο μέσα από μια μορφή τέχνης! Έτσι, καταλήγει να πει, ότι σύμφωνα με ό,τι πιστεύει ισχύει, ότι γίνεσαι στη διαδρομή σου κάτι ,εφόσον συνεχίζει να σε απασχολεί και να θέλεις να φτάσεις κάπου που τάζεις τον εαυτό σου στην πορεία!

«Νιώθει ευγνωμοσύνη για το γεγονός ότι οι νέοι άνθρωποι αγαπάνε την ίδια και τα τραγούδια της κάτι που, όπως πιστεύει αυτό είναι η μεγαλύτερη ευτυχία για έναν δημιουργό το να μην έχει συνάφεια με τον χρόνο αλλά να ξεφεύγει από αυτόν».

Σε  ερώτηση που της έγινε σχετικά  με το γεγονός ότι καταφέρνει να τα πηγαίνει τόσο καλά με τον χρόνο, ώστε ακόμα να στέκεται τόσο δυνατή και διεισδυτική στη νέα γένια, απάντησε ότι «είναι χαρά της παιδιά 14, 15 και 16 χρονών να την συναντούν και να της ομολογούν πόσο πολύ αγαπάνε την ίδια και τα τραγούδια της! Θεωρεί ότι αυτό τα παιδιά το χρωστάνε στους γονείς τους, γιατί αυτοί ακούγανε τα τραγούδια της  καθώς τα έφερναν στη ζωή».

Και συνεχίζει τονίζοντας το γεγονός ότι « για τον δημιουργό δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το να μην έχει συνάφεια με τον χρόνο, αλλά  να μπορεί να ζήσει ξεφεύγοντας από αυτόν». Η ίδια θέλοντας να εμβαθύνει περισσότερο σε αυτό και μιλώντας πάντα υποκειμενικά στέκεται στο δικό της βίωμα που έχει να κάνει με το βαθμό έντασης που εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται τα πράγματα γύρω της. Έτσι, πιστεύει ότι πρόκειται για έναν βαθμό κατανόησης των εσωτερικών κι εξωτερικών διαδρομών που βιώνει ένας καλλιτέχνης καθώς και της αλληλεπίδρασης που έχουν αυτά τα δύο μεταξύ τους. Παράλληλα, όμως, αυτή η κατανόηση είναι τόσο ιδιαίτερη και ανεξήγητη που «το μόνο που μπορεί απλά να απασχολεί κατ’ ουσία έναν καλλιτέχνη» σύμφωνα με τα λεγόμενά της «είναι το γεγονός να μην του συμβεί ποτέ και τίποτα που θα είναι ικανό να του  ταράξει τον ψυχισμό του και να του αλλοιώσει αυτήν την αθώα και σχεδόν παραδεισένια συνθήκη».

«Θεωρεί ότι κάθε όνειρο έχει το αντίτιμό του, κάτι σαν διόδια τα οποία και πληρώνεις πολύ ακριβά προκειμένου να περάσεις, ενώ εκείνο που γι αυτήν  έχει μεγαλύτερη αξία είναι η καθαρή καρδιά».

Σε μια παλιά της δήλωση η γνωστή στιχουργός είχε πει ότι «ο καθένας πρέπει να παίρνει το βάρος και να κουβαλήσει , να πληρώσει το τίμημα του ονείρου του που έχει να κάνει με το να τολμήσει να το υλοποιήσει ». «Το ταλέντο» όπως χαρακτηριστικά τόνισε «έχει διόδια, δεν υπάρχει περίπτωση να έχεις ταλέντο και να μην πληρώσεις διόδια! Μπορεί αν δεν έχεις ταλέντο να σε αφήσουν να περάσεις, αλλά, άμα έχεις, πληρώνεις ακριβά διόδια και ως προς τον εαυτό σου, εκεί είναι ο κίνδυνος ο μεγαλύτερος και προς την υπόλοιπη συνθήκη. Εκεί θέλει τιμόνι γερό δηλαδή να μην το παρακάνεις, να είσαι σε θέση να καταλάβεις μια ζήλια που μπορεί να έρθει από κάποιες πλευρές, γιατί,αν συνέχεια πας καλά, κάποιοι θα αρχίσουν να λένε τι γίνεται εδώ πέρα, είναι δέκαθλο το να τα καταφέρεις, παλιά ήταν πένταθλο».

Καθώς έρχεται στο τώρα δεν κρύβει την μεγάλη της χαρά ότι  μπορεί να συνεργάζεται με νέους ανθρώπους, ερμηνευτές, μουσικούς και συνθέτες με τους οποίους κάλλιστα μπορεί να φτιάξει κάτι τη στιγμή που τα χρόνια περνάνε πάρα πολύ γρήγορα και δεν καταλαβαίνει κανείς πότε περάσανε. Η ίδια υπογραμμίζει με θάρρος «μακάρι να μπορεί να ισχύσει μέχρι τέλος το να μην καταλάβει κανείς τι έγινε, γιατί το μόνο που αξίζει να καταλαβαίνει κανείς είναι το να είναι η καρδιά του καθαρή, δηλαδή να θέλει την αλήθεια του, να μην έχει αυτή την τυρρανία να είναι άλλος, να κάνει ότι είναι άλλος, γιατί αυτά είναι τα βάσανα που κουβαλάμε οι άνθρωποι, όταν έχουμε δημόσια έκθεση».

«Ακράδαντο πιστεύω της  το γεγονός ότι, όσο δύσκολα κι αν περάσει ο άνθρωπος πάντα έρχεται το ξημέρωμα».

Με αφορμή μια ερώτηση σχετικά με τα αδιέξοδα που έχει ζήσει και πως τα διαχειρίστηκε προκειμένου να τα ξεπεράσει η ίδια επεσήμανε ότι «το ότι είμαστε εδώ και μιλάμε εδώ και τώρα σημαίνει ότι έχουμε τη χαρά να έχουμε βγει από αυτά». Ωστόσο, δηλώνει ότι δεν είχε πολύ πρωτότυπους τρόπους για να τα ξεπεράσει! Η ίδια χαρακτηριστικά αναφέρει: «Έχω μείνει αμίλητη μπορεί και για μια εβδομάδα, ακίνητη να μην μπορώ να βγω από το σπίτι μου, να αντέχω να βγαίνω το βράδυ αργά, να κάνω μια συγκεκριμένη βόλτα για να πω ότι βγήκα, δηλαδή, με κράταγε η βαρύτητα του αδιεξόδου, σχεδόν με ακινητοποιούσε»!

Ωστόσο, θεωρούσε ότι το πώς αντιμετωπίζει ο κάθε άνθρωπος  το αδιέξοδο στη ζωή του έχει να κάνει με τον χαρακτήρα του κι ότι αυτό  έχει να κάνει με τον χρόνο αλλά και τον τρόπο αντίδρασής του απέναντι σε ότι συμβαίνει !Για την ίδια σημασία έχει να αντέχεις, να προπονείσαι να αντέχεις για παράδειγμα την μελαγχολία, τη λύπη, την αγωνία ή την απώλεια, ενώ στη συνέχεια τονίζει ότι μπορεί να μη βοηθάει και πολύ, όμως, όπως χαρακτηριστικά είπε:«Δεν χάνουμε και τίποτα, αν πούμε πως πάντα ξημερώνει , απλώς αυτές οι νύχτες μας φαίνονται, ότι δεν θα ξημερώσουνε ποτέ! Και κοντά στη σκοτεινιά που έχεις μέσα σου μπορεί να έχεις και τη δυνατότητα να σου τύχει ένα δώρο, να κατανοήσεις κάτι που με άλλη συνθήκη δεν θα μπορούσες, πέρα από το ότι έχεις την δυνατότητα να προπονείσαι στο άγνωστο». Κι αν οι άνθρωποι πολλές φορές στη ζωή τους καθηλώνονται σε μια αδιέξοδη κατάσταση θεωρεί ότι το κάνουν, γιατί δεν έχουν το κουράγιο να προχωρήσουν σε κάτι που δεν ξέρουν. Η ίδια, άλλωστε, πιστεύει ότι « όταν γίνεται κάτι αφόρητο, καλό είναι να αφήνει κανείς το τιμόνι του ελέγχου που έχει να κάνει με το ότι επιθυμείς να βγεις από το αδιέξοδο και να βρεθείς κάπου αλλού κι από εκεί κι έπειτα», όπως λέει, « ο Θεός βοηθός»!

«Η αγαπημένη στιχουργός του κοινού Λίνα Νικολακοπούλου παραδέχτηκε ότι ένα ελάττωμα του εαυτού της επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη δουλειά της τόσο που την  ταλαιπώρησε αρκετά σε ότι αφορά τον  πρώτο κύκλο συνεργασιών της».

Σε ερώτηση που της έγινε για το, αν υπήρξε  κάποιο ελάττωμα  στο χαρακτήρα της ή στη δουλειά της που θα επιθυμούσε, εφόσον υπήρχε άλλη ζωή, να μην το ξαναφέρει, η ίδια αποκρίθηκε με ειλικρίνεια, ότι όντως υπήρξε ένα τέτοιο  από το οποίο θα ήθελε να απαλλαγεί όχι σε μια άλλη αλλά σε αυτήν τη ζωή, γιατί άλλωστε δεν μπορεί να ξέρει, αν υπάρχει κι άλλη πέραν τούτης. Πιο συγκεκριμένα, δήλωσε πως ενώ καταλάβαινε πολλά πράγματα, έβλεπε κι ένιωθε άλλα τόσα, όμως πάντα διακατέχονταν από ένα συναίσθημα συστολής. Γι’ αυτό το λόγο προτιμούσε να το πει στον διπλανό της για να το ονομάσει, ενώ της πήρε πολύ χρόνο να αποκτήσει το δικαίωμα κάτι που έβλεπε, που δεν της άρεσε, που ήθελε να διορθωθεί ή που είχε μια ιδέα την οποία ήθελε να γνωστοποιήσει, δεν επιχειρούσε να το πει ή να το κάνει  από φόβο μήπως παρεξηγηθεί ή την πουν εγωίστρια ή οτιδήποτε άλλο.

  Όλη αυτή η κατάσταση την ταλαιπώρησε πολύ γι’ αυτό και προτιμούσε να δουλεύει με ομάδες ανθρώπων που την γνώριζαν καλά μιας κι αυτοί ήξεραν πως σκέφτεται, ενώ καταλάβαιναν αμέσως, όταν έλεγε κάτι για ποιόν λόγο το έλεγε. Μόνο όταν έφτασε να κλείσει ο πρώτος κύκλος συνεργασιών στη δουλειά της, τα πράγματα λειτούργησαν έτσι, ώστε να απαλλαγεί από την παραπάνω της αδυναμία! Η ίδια χαρακτηριστικά αναφέρει:«Βρέθηκα να συνεργάζομαι με συνθέτες από το εξωτερικό κάτι που δεν είχα διανοηθεί ποτέ! Ότι θα μπορέσω όχι μόνο να τα φέρω εις πέρας αλλά και με ωραία αποτελέσματα και να πάρω πρωτοβουλίες κι ευθύνες! Δηλαδή έζησα πολλά που με βοηθήσανε πραγματικά να έχω τον έλεγχο, να παραμένω ευγενής ή όταν χρειαζόταν να είμαι αποφασιστική χωρίς να πατάω φρένο στον εαυτό μου. Αυτό το να πατάω φρένο  ήταν να το πω έτσι το πιο αδύναμό μου κομμάτι».

«Στη ζωή τα πράγματα για τα οποία αξίζει να αγωνιστεί κανείς  σύμφωνα με την ίδια δεν είναι άλλα από την δουλειά, την φιλία καθώς και την συνεχή προσπάθεια να παραμείνεις ζωντανός, δροσερός και καινούριος πέρα από το  γεγονός της επιβίωσης».

Απαντώντας σε μια τελευταία ερώτηση για το τι είναι αυτό που παίζει στη παρούσα φάση της  ζωής της πρωταγωνιστικό ρόλο και σε τι αναλογίες ….είναι η φιλία, ο έρωτας ή  οι συνεργασίες  και οι νέες συναντήσεις  με νέους καλλιτέχνες…… υπογράμμισε ότι τη δεδομένη στιγμή ισότιμα οι ανθρώπινες επαφές γίνονται για την ίδια καινούριες καθώς έχει τη χαρά να είναι ηλικιακά καινούρια προς τα νέα παιδιά με τα οποία κάθε φορά τυχαίνει να συνεργαστεί. Χαρακτηριστικά αναφέρει: «Ουσιαστικά από τα μάτια των παιδιών ή τις αντιδράσεις τους καταλαβαίνω και χαίρομαι αυτά που τους έμαθα, που κάτι θα τους προσφέρω, χαίρομαι να έχω το θάρρος να είμαι μητρική απέναντί τους , πράγματα που μου τα έφερε ο χρόνος».

Κι αν οι νέες συνεργασίες και οι συναντήσεις της  με νέα παιδιά του χώρου την κάνουν να αισθάνεται χαρούμενη και φρέσκια, όταν έρχεται η ώρα να μιλήσει για τις  φιλίες είναι στην ευχάριστη θέση να δηλώσει με σιγουριά πως είναι πιστή σε αυτές με όλη της την καρδιά. Η ίδια αναφέρει χαρακτηριστικά: « Μπορεί να πέρασαν πάρα πολλά χρόνια της ζωής μου, την ώρα που αναρωτήθηκα ποιοι είναι οι φίλοι μου, να μην μπορούσαν να είναι πιο πολλοί από τα δάχτυλα του ενός χεριού μου, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα, γιατί αυτό που έχει σημασία είναι ότι όπου έδωσα την καρδιά μου δεν τη πήρα πίσω ακόμα κι αν δεν βλέπω τον άνθρωπο αυτόν, ακόμα κι αν δεν του μιλώ, το κεφάλαιό του, υπάρχει μέσα μου,άρα καλά τα πήγαμε κι εκεί. Οποιοσδήποτε κι αν έρχεται μέσα στο ταξίδι και γίνεται ένας άνθρωπος που χωράς στη καρδιά του και χωράει στη δικιά σου είναι ένα καλό πράγμα». Και ολοκληρώνει την απάντησή της με σφαιρικό τρόπο λέγοντας πως για την ίδια εκείνα που μετράνε στη ζωή ως αγωνίσματα δεν είναι  άλλα από την δουλειά, τη φιλία, την αγάπη, την προσπάθεια να παραμείνεις  ζωντανός , δροσερός , καινούριος και φυσικά να ζήσεις και με έναν τρόπο να επιβιώσεις.

Η συνέντευξη ολοκληρώνεται με την διαπίστωση από πλευράς δημοσιογράφου ότι η Λίνα Νικολακοπούλου αποτελεί για τους νέους συνεργάτες της ένα ωραίο είδωλο το οποίο πέρα από το ότι έχει μια καταπληκτική ηρεμία, παραμένει διαθέσιμο και ανοικτό απέναντι σε όλες τις καλλιτεχνικές  προκλήσεις και προσκλήσεις που της γίνονται ανεξαιρέτως. Τα τελευταία της λόγια στην εν λόγω συνέντευξη  δεν ήταν άλλα από την μεγάλη ευγνωμοσύνη που η  ίδια νιώθει βαθιά μέσα της κάθε ώρα που της δίνεται ακόμα η ευκαιρία να κάνει κάτι καινούριο μαζί με τα νέα παιδιά σε μια κοινή προσπάθεια που πάντα οδηγεί  στην επιτυχία! Για την ίδια το να είναι ανοικτή προς κάθε τι που έρχεται αποτελεί και το ξεκίνημα όλων όσων συμβαίνουν, ώστε καταλήγει να πει ότι:«Οπωσδήποτε το ότι είμαι ανοικτή και διαθέσιμη είναι κάτι από όπου όλα ξεκινούν και αυτό το εύχομαι σε όλους, γιατί είναι ένα πλατύ συναίσθημα που αγκαλιάζει όλο τον κόσμο»!

Κατηγορίες
Uncategorized Θρησκεία Κοινωνία Πολιτισμός

Το “πορτρέτο” ενός αγαπητού στο λαό Ποιμενάρχη, λίγο πριν πέσει η αυλαία της ζωής του.

Η τελευταία συνέντευξη του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου

Αν θέλαμε να σκιαγραφήσουμε το «πορτρέτο» ενός από τους πιο αγαπητούς  στο λαό «Ποιμενάρχες»  αυτό σίγουρα θα ήταν του τέως μακαριστού κι εκλιπόντος από τη ζωή Αρχιεπισκόπου κ.κ. Χριστόδουλου ο οποίος  με την όλη πορεία της ζωής του άφησε αναμφίβολα  ανεξίτηλο το στίγμα του στα εκκλησιαστικά αλλά και εθνικά δρώμενα της χώρας, εξαιτίας της μεγάλης επιρροής που ασκούσε η δύναμη του λόγου του σε αυτά. Μέσα από την τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε στον γνωστό τότε δημοσιογράφο της  ΕΡΤ , Τάκη Χατζή τον Οκτώβριο του 2006, μας δίνεται η ευκαιρία με σύντομο αλλά  και περιεκτικό τρόπο να γνωρίσουμε από  κοντά  γνωστές αλλά  και άγνωστες πτυχές της  ζωής του, όπως αυτές ξετυλίγονται  από την  παιδική του ηλικία και εκτείνονται  σχεδόν έως και το τέλος της αρχιερατικής του διαδρομής.

Έτσι, στην αρχή της εν λόγω συνέντευξης  με μια σύντομη ιστορική αναδρομή γίνεται μνεία  στην προσφυγική  καταγωγή  των γονιών του Αρχιεπισκόπου, οι οποίοι, όπως ο ίδιος αναφέρει, ήταν από την πόλη της  Αδριανούπολης, απ’ όπου το 1924 με την συνθήκη της Λωζάνης  υποχρεώθηκαν να φύγουν και να εγκατασταθούν  στη Ξάνθη. Εκεί στο νέο τους περιβάλλον μετά από αρκετό καιρό και δυσκολίες κατόρθωσαν να ορθοποδήσουν, όταν ο πατέρας του  έγινε  μεγαλέμπορας εξοικονομώντας με αυτόν τον τρόπο τα προς το ζην της οικογένειάς τους. Το 1939 είναι η χρονιά γέννησης του Αρχιεπισκόπου στην Αθήνα, όπου μετά από έναν δύσκολο τοκετό βλέπει το πρώτο  φως της μέρας  στο ιδιωτικό μαιευτήριο Έλενα.

  Από το σημείο αυτό κι έπειτα η συνέντευξη  μας μεταφέρει νοερά στα πρώτα παιδικά του χρόνια σε ένα καθαρά  χριστιανικό   οικογενειακό    περιβάλλον με μια μητέρα  κοντά στην εκκλησία του Χριστού που  ενδιαφέρεται όσο τίποτα άλλο  να  εμφυσήσει πανανθρώπινες χριστιανικές αξίες αγάπης  στον μικρό της Κωνσταντίνο, όπως ήταν το κοσμικό  όνομα του Αρχιεπισκόπου, αλλά κι έναν πατέρα ιδιαίτερα αυστηρό που έδειξε ιδιαίτερο ζήλο για το επίπεδο  μόρφωσης του παιδιού του. Χαρακτηριστικά αναφέρεται η επιμονή  του στο να δοθεί στο γιο του  μια ιδιαίτερα υψηλή μόρφωση  που θα αφορούσε την ιδιωτική εκπαίδευση παραβλέποντας τις  όποιες οικονομικές θυσίες έπρεπε να γίνουν. Έτσι, ο Κωνσταντίνος ΠαρασκευαΪδης, όπως λεγόταν το κοσμικό όνομα του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, βρίσκεται να σπουδάζει στην ιδιωτική  Λεόντειο σχολή των Αθηνών λαμβάνοντας την καλύτερη δυνατή εκπαίδευση για εκείνη την εποχή. Εκεί, όπως ο ίδιος αναφέρει,  μαθαίνει πολύ καλά την Ελληνική αλλά και Γαλλική γλώσσα και προσλαμβάνει πολύ καλή ηθική γνώση από τα μαθήματα της εν λόγω σχολής.

Στα πολύ ιδιαίτερα χρόνια της εφηβείας του Αρχιεπισκόπου  που ακολουθούν  αμέσως μετά στη διάρκεια της συνέντευξης  διαπιστώνει κανείς ότι υπήρξε ένας νεαρός έφηβος που ξεχώριζε σε σχέση με τα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Έτσι, εξαιτίας του ότι πάντα λογάριαζε το αντίκτυπο που θα είχε στην εικόνα της εκκλησίας η δική του τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά, απέφευγε πάντα να επιδείξει μια τέτοια. Όταν τις Κυριακές ήταν ο ψάλτης της εκκλησίας του και τον έβλεπαν εκατοντάδες κόσμου πιστοί άνθρωποι, του ήταν αδιανόητο να φανεί κατώτερος των περιστάσεων και να προκαλέσει  με την όποια απρεπή συμπεριφορά του τα σχόλια αυτών με τους οποίους μαζί εκκλησιάζονταν. Έτσι, φρόντιζε σχεδόν πάντα να είναι ένας καλός μαθητής κι ένα καλό παιδί  που με προσοχή και διάκριση συμμετείχε μεν σε όλα, όμως  ως «παιδί της εκκλησίας» που ήταν πάνω από όλα πρόσεχε  να μην  δώσει ποτέ και σε κανένα εκείνο το  δικαίωμα που θα επηρέαζε με αρνητικό τρόπο την εικόνα της. Αυτό το καλό παιδί  μαθαίνουμε στη συνέχεια από την συνέντευξη   επιλέγει στα χρόνια της νιότης του να γίνει  φοιτητής ταυτόχρονα δυο σχολών της Νομικής και της Θεολογικής κάτι που  σύμφωνα με τα εκπαιδευτικά δεδομένα της τότε εποχής ήταν καθ’ όλα επιτρεπτό, ενώ μέσα του ήδη ανατέλλει η απόφαση της  εξ’ ολοκλήρου αφιερώσεώς του στο δρόμο της του Χριστού ιεροσύνης.

Σε αυτό το σημείο η συνέντευξη φροντίζει να μας  μεταφέρει σε άγνωστα περιστατικά της ζωής του Αρχιεπισκόπου, όταν ήταν ακόμα φοιτητής, τα οποία έχουν να κάνουν με τη σύσταση αδελφότητας της λεγόμενης «Χρυσοπηγής» της οποίας υπήρξε και βασικό ιδρυτικό μέλος μαζί με τον φίλο του και διάκονο ,Καλλίνικο. Το όνομα της αδελφότητας  δεν ήταν τυχαίο! Ήταν το τάμα τους στο μοναστήρι της Παναγίας της Χρυσοπηγής στην Ηλεία, το οποίο επισκέπτονταν από κοινού  τα καλοκαίρια  προσευχόμενοι να τους αξιώσει να ιδρύσουν  κάποτε την εν λόγω αδελφότητα. Όταν η προσευχή τους εισακούστηκε και η αδελφότητα ήταν γεγονός επέδειξαν μέσω αυτής  ιεραποστολική δράση μέσα στον κόσμο. Ωστόσο, η διαίρεση που επήλθε σε παρόμοιες  αδελφότητες εκείνη την εποχή τους παρότρυνε να πράξουν το ίδιο, ενώ  παράλληλα αναθεώρησαν  και τον ιδιαίτερο ρόλο που πρέπει να επιτελέσει ένας μοναχός! Έτσι, όπως χαρακτηριστικά επεσήμανε και  ο ίδιος ο μακαριστός Χριστόδουλος, η θέση του μοναχού  σύμφωνα με την παράδοση της ορθόδοξης εκκλησίας  αφορά την ένταξη του σε μοναστηριακή κοινότητα που ζει πέρα από τον κόσμο για τον κόσμο. Αυτή του η διαπίστωση τον οδήγησε συνειδητά στο να μεταβεί μαζί με τον φίλο του Καλλίνικο σε μονή στα Μετέωρα όπου και χειροτονήθηκε διάκος από τον τότε Μητροπολίτη Τρίκκης και Σταγών κ. Διονύσιο. Στην εκεί παραμονή του, στη μονή Βαρλαάμ, ανέλαβε μεγάλο έργο ιεραποστολής με ομιλίες και κηρύγματα έξω στον κόσμο και ιδιαίτερα σε  σχολεία ,ενώ μεγάλος ήταν ο ρόλος του και στην ανακαίνιση της εν  λόγω μονής.

Ακολουθούν τα χρόνια της επιστροφής  του Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου στην Αθήνα όπου  υπηρετεί τον στρατό και μετέπειτα την εκκλησία από τη θέση του ιεροκήρυκα και του εφημέριου ναού στο Παλαιό Φάληρο για 7 ολόκληρα χρόνια. Ωστόσο, ιδιαίτερα αξιόλογη αποδείχτηκε η μετέπειτα δράση του από τη θέση του Αρχιμανδρίτη καθώς προχωρώντας στην ιεραρχία της εκκλησίας βρίσκεται να την υπηρετεί από τη θέση του δεύτερου γραμματέα της Ιεράς Συνόδου, μετά τον αρχιγραμματέα.  Στα  χρόνια της δικτατορίας διευκολύνει καθοριστικά  την αποστολή ιεροκηρύκων σε εξόριστους στο νησί της Γυάρου  κάνοντας πράξη την χριστιανική αντίληψή του«υπέρ του πάσχοντος» ανθρώπου. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του τον πείραζε πολύ το γεγονός ότι η εκκλησία σε εκείνα τα δύσκολα χρόνια δεν επέδειξε καμιά αντίσταση σε ότι συνέβαινε, κάτι που χρεωνόταν να απαντήσει μπροστά στη νεολαία του Βόλου από τη θέση του μητροπολίτη της κάθε φορά που επισκέπτονταν τα εκεί σχολεία την περίοδο της μεταπολίτευσης και συγκεκριμένα την χρονιά του 1974. Στην ερώτηση των παιδιών για το τι έκανε η εκκλησία την περίοδο της δικτατορίας απαντούσε ότι όντως δεν σεβάστηκε την αξιοπρέπεια του ανθρώπου, όμως το  τίμημα, όπως δήλωσε, το πλήρωσε ο τότε Αρχιεπίσκοπος της Εκκλησίας της Ελλάδας  Ιερώνυμος, ο οποίος αυτοτιμωρήθηκε με την παραίτησή του. Από εκεί κι έπειτα δίνει υπόσχεση στο λαό , ότι «δεν πρόκειται να κρατήσει στο εξής κλειστό το στόμα του, καθώς  θα ομιλεί ακόμα και για πολιτικά θέματα» .

Η συνέντευξη  από εδώ κι έπειτα άρχισε να περνά σε πιο προσωπικό επίπεδο με έντονη φόρτιση,  όταν ο Αρχιεπίσκοπος ρωτήθηκε για το ποιά είναι η θέση του σε ότι αφορά το γεγονός ότι έχει  κατηγορηθεί γενικότερα πως  επεμβαίνει με τον λόγο του τόσο  στην πολιτική κατάσταση της χώρας  όσο και στα  εθνικά της  θέματα, ενώ για όλα αυτά υπεύθυνη ορίζεται από το λαό η εκάστοτε εκλεγμένη  ελληνική κυβέρνηση .Με την απάντησή του  έκανε σαφές  ότι ο ρόλος της εκκλησίας πέρα από τον τελετουργικό της χαρακτήρα είναι  να έχει φωνή και λόγο και να υψώνει τη φωνή της κάθε φορά που παρίσταται ανάγκη ακόμα και για  εθνικά ζητήματα. Για τον Αρχιεπίσκοπο το κάθε τι  που απασχολούσε  τους Έλληνες, τη νεολαία, τα παιδιά και τις οικογένειές τους έπρεπε  να απασχολεί και την ίδια την εκκλησία, η οποία και έπρεπε να πάρει θέση, να πει την άποψή της πάνω σε αυτό το θέμα.

  Προς το τέλος της η  συνέντευξη άρχισε να λαμβάνει την κορύφωσή της και να  εστιάζει στο γεγονός ότι ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος με τη δύναμη του λόγου του επηρέαζε καταστάσεις και πράγματα που είχαν να κάνουν με θέματα μείζονος σημασίας, όπως με την εκκλησιαστική περιουσία και την περιβόητη κάθαρση στο εσωτερικό της εκκλησίας αλλά και το φλέγον θέμα των ταυτοτήτων. Σε ότι αφορά την εκκλησιαστική περιουσία και στο που αυτή διοχετεύτηκε  εν ολίγοις τόνισε ότι αυτή κατά το 90-95% έχει δοθεί στο λαό και ότι το κράτος εδώ και χρόνια εφαρμόζοντας μια ληστρική επιδρομή με απαλλοτριώσεις που έγιναν την οδήγησαν σε αφανισμό. Αναφερόμενος στην  κάθαρση στο εσωτερικό της εκκλησίας, ο Αρχιεπίσκοπος διευκρίνισε, ότι εξαιτίας της μεγάλης προβολής που έγινε για το εν λόγω θέμα από τα ΜΜΕ, η εκκλησία προχώρησε σε πειθαρχικές διώξεις, δηλαδή σε ανακρίσεις σε βάρος 5 Ιεραρχών κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ ξανά στην ιστορία της εκκλησίας της Ελλάδος. Τέλος, όταν ρωτήθηκε για  το θέμα των ταυτοτήτων, ο Αρχιεπίσκοπος επεσήμανε το γεγονός ότι τα 3000000 των υπογραφών που συγκεντρώθηκαν, αποτέλεσε το επόμενο βήμα μετά τις λαοσυνάξεις που πραγματοποιήθηκαν, προκειμένου να ζητηθεί  από την κυβέρνηση να προχωρήσει σε δημοκρατικό δημοψήφισμα.

Με βάση, λοιπόν, τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν για τη ζωή και το έργο   μιας αναμφίβολα  αξιόλογης εκκλησιαστικά ηγετικής  μορφής, όπως αυτής   του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, θα μπορούσαμε ως κατακλείδα  να πούμε, ότι με την  τελευταία συνέντευξή του ολοκληρώθηκε ο  καμβάς ενός υπέροχου «εκκλησιαστικού πορτρέτου» του οποίου η αξία δικαίως ισοδυναμεί με την απέραντη αγάπη που τρέφει ακόμα και σήμερα ο λαός προς το πρόσωπό του παρά την απουσία του. Σε μια εποχή που η νέα τάξη πραγμάτων τείνει να γίνει πραγματικότητα με ότι αυτό συνεπάγεται σε παγκόσμια κλίμακα κι όπου πλέον η ανθρωπότητα στο σύνολο της βρίσκεται αντιμέτωπη με πρωτόγνωρες καταστάσεις άνευ προηγουμένου, κρίνεται επιτακτική περισσότερο σήμερα από ποτέ η ανάγκη να υπάρξουν μορφές και πρότυπα ανθρώπων που με την παρουσία τους να ηγηθούν κρατώντας ψηλά πανανθρώπινες αξίες και ιδανικά που δεν παραχωρούνται ούτε και διαπραγματεύονται στο βωμό μιας ολέθριας ισοπεδωτικής  παγκοσμιοποίησης! Σήμερα, λοιπόν, περισσότερο από ποτέ ηγετικές εκκλησιαστικές μορφές, όπως υπήρξε αυτή  του εκλιπόντος μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστόδουλου, καλούνται να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων τιμώντας μαζί με την χώρα τους το πάνσεπτο και ιερό σώμα της του Χριστού εκκλησίας προκειμένου να μη χαθεί μαζί με την θρησκευτική μας πίστη, η πολιτιστική μας κληρονομιά αλλά και η αδιαπραγμάτευτη θέλουμε να πιστεύουμε εθνική μας ακεραιότητα!

   

Κατηγορίες
Πολιτισμός Τέχνες

Η ΄΄γοητεία΄΄ ενός ανθρώπινου Τζόκερ!

     Δικαιολογημένη «φρενίτιδα » προκάλεσε παγκοσμίως η ταινία το ”Τζόκερ” από τις πρώτες ημέρες προβολής της λόγω του θέματός της αλλά και εξαιτίας της απίστευτα επιτυχημένης ενσάρκωσης του πρωταγωνιστικού της ρόλου από τον ταλαντούχο Αμερικανό ηθοποιό Χοακίν Φίνιξ, ο οποίος μαζί με τον σκηνοθέτη Τοντ Φίλιπς απέσπασαν αναπάντεχα το πρώτο βραβείο του Χρυσού Λέοντα στη Βενετία καθιστώντας το Τζόκερ μια ιστορική ταινία εποχής. Ποτέ πριν σε κάποιο μεγάλο κινηματογραφικό φεστιβάλ, μια ταινία που βασίζεται σε κόμικ της Marvel ή των Comics δεν είχε κερδίσει το πρώτο βραβείο.

Στην ταινία «Joker» ο Χρυσός Λέοντας της Βενετίας …

     Το Τζόκερ ήταν εκείνο που για πρώτη φορά κατέρριψε κατά κάποιον τρόπο την παράδοση των ταινιών εκείνων όπου τα κόμικς διαθέτουν υπερηρωικές περιγραφές ή άλλου εξωπραγματικού τύπου διαστάσεις στην προσπάθειά τους να αφανίσουν το κακό στη γη. Εκείνο που πολύ εύστοχα πετυχαίνει είναι, αφού πάνω απ’ όλα κρατήσει την επαφή του με το πρωτότυπο κόμικ, να μας παρουσιάσει ένα ανθρώπινο που ως τέτοιο γίνεται αυτόματα κι από μόνο του τρομακτικό! Έτσι, πιο συγκεκριμένα ο σκηνοθέτης Τοντ Φίλιπς τολμά και φτιάχνει από την αρχή την δική του εκδοχή Τζόκερ απροσδόκητα ανθρώπινη, γοητευτικά ζοφερή και γι’ αυτό τρομερά βίαιη υιοθετώντας μετρημένα στοιχεία από τα πρωτότυπα κόμικς. Το Τζόκερ μετουσιώνεται πλέον στο να καθρεφτίζει τις πιο σκοτεινές πτυχές του συλλογικού ασυνείδητου, εξίσου συναρπαστικά και τρομαχτικά και με αυτόν τον τρόπο κατορθώνει με μια πρώτη ματιά να απηχεί όλους τους κινδύνους του μοντέρνου κόσμου μέσα από μια ρεαλιστική ιστορία που τρομάζει επειδή είναι τόσο πιστευτή.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή κι ας σταθούμε για λίγο στον βασικό πρωταγωνιστή της ταινίας ”Τζόκερ”, τον Άρθουρ Φλεκ . Πρόκειται για έναν άντρα μοναχικό στην ηλικία των 40 ετών με πολλά προβλήματα, περίεργη εμφάνιση που ζει σε συνθήκες οικονομικής και κοινωνικής εξαθλίωσης με την άρρωστη μητέρα του σε μια χρονική εκδοχή της δεκαετίας του ΄80, όχι τυχαία επιλεγμένη από τον σκηνοθέτη μιας και τότε ήταν η εποχή που πρωτοβγήκαν οι ταινίες με τα υπερηρωικά κόμικς που το Τζόκερ έρχεται να ξαναθυμίσει από την καθαρά τώρα ανθρώπινη πλευρά τους. Ως τέτοιο, λοιπόν, το τελευταίο εμφανίζεται να αντιμετωπίζει την σκληρή πραγματικότητα της ζωής και σαν άλλος ήρωας της να προσπαθεί να τα καταφέρει.

     Πιο συγκεκριμένα, ο Άρθουρ – Τζόκερ της ταινίας- παρουσιάζεται να έχει μια εγκεφαλική πάθηση που του προξενεί ένα ανεξέλεγκτο υστερικό γέλιο. Έχοντας συναίσθηση της αρρώστιας του- την οποία γνωρίζει, εκτιμά ανάλογα και καταθέτει γραπτώς στους γύρω του, όταν τον κοιτούν περίεργα – ο Άρθουρ προκειμένου να είναι καλά επισκέπτεται τακτικά την κοινωνική του ψυχίατρο και παίρνει ανελλιπώς τα φάρμακά το. Όμως, για οικονομικούς λόγους, η πολιτεία κλείνει το κέντρο που τον υποστηρίζει κι από την ώρα εκείνη το δράμα του κορυφώνεται μιας και ξέρει πολύ καλά- όπως και ομολογεί στην τελευταία συνάντηση που είχε με την γιατρό του- ότι πλέον δεν θα έχει κάπου να μιλήσει κι αυτό θα επιβάρυνε την ήδη δύσκολη κατάστασή του. Τι κι αν καθημερινά αγωνιζόταν να ενταχθεί κι αυτός στο κοινωνικό σύνολο πάντα αισθανόταν αόρατος μιας και όπως χαρακτηριστικά λέει « Όλη μου τη ζωή δεν ήξερα καν αν υπήρχα πραγματικά». Στο ημερολόγιο που κρατούσε έγραφε… «Ελπίζω νεκρός να συγκεντρώσω περισσότερα κέρματα απ’ ότι ζωντανός» ή «το χειρότερο πράγμα όταν είσαι ψυχοπαθής είναι ότι οι άνθρωποι περιμένουν να φέρεσαι σαν να μην είσαι».

      Την τραγική φιγούρα του Άρθουρ έρχεται, επιπλέον, να συμπληρώσει το γεγονός ότι αν και είναι γιός ενός αδίστακτου κεφαλαιοκράτη κι αυθεντικού νονού της Γκόθαμ Σίτι (πόλη όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα της ταινίας) και νυν υποψήφιου Δημάρχου της, ο οποίος όχι μόνο δεν τον αναγνώρισε αλλά φρόντισε με τον πλούτο του και την χυδαία δύναμή του να οδηγήσει την αδύναμη μητέρα του στο τρελάδικο, πάρα ταύτα ζει στο περιθώριο και υφίσταται καθημερινά ως επί το πλείστον ψυχολογικό και σωματικό bulling. Εκείνο που κατά κάποιον τρόπο του δίνει λόγο να ελπίζει πως κάτι μπορεί να αλλάξει γύρω του, είναι ότι ονειρεύεται μια καριέρα ως stand- up comedian, άλλωστε η πάθησή του με το υστερικό γέλιο του, αλλά και η περιστασιακή εργασία του ως κλόουν μπορούν τα μέγιστα να συμβάλλουν σε αυτό. Κι ενώ όλα δείχνουν πως δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα για τον Άρθουρ που ζει στο κοινωνικό περιθώριο έχοντας μια στρεβλή εικόνα του εαυτού του γεμάτη απόρριψη, ξαφνικά τα πράγματα αλλάζουν . Με ένα όπλο που τυχαία βρίσκεται στα χέρια του την ώρα της περιστασιακής του εργασίας, ο Άρθουρ από θύμα γίνεται θύτης παραβιάζοντας κατάφωρα ηθικούς κανόνες, κώδικες και νόμους που άλλωστε δεν τηρήθηκαν ποτέ. Θύματά του γίνονται όλοι εκείνοι που τον αδίκησαν, του φέρθηκαν εξευτελιστικά και απάνθρωπα, τον εξόντωσαν ηθικά και ψυχολογικά και εν τέλει τον πρόδωσαν…. μέσα σε αυτούς και η ίδια του η μητέρα η οποία είχε την αυτή κατάληξη, όταν για δικούς της λόγους έκρυψε από τον Άρθουρ το παρελθόν που έπρεπε από καιρό να γνωρίζει.

     Η ταινία φτάνει στην κορύφωσή της, όταν δίνεται στον Άρθουρ η ευκαιρία ως stand up κωμικού να ικανοποιήσει το μεγαλύτερο απωθημένο στη ζωή του με το να γίνει για πρώτη φορά κοινωνικά αποδεκτός κι αναγνωρίσιμος. Ο ίδιος ο βασιλιάς της κωμωδίας και τηλεοπτικός παρουσιαστής ( Ρόμπερτ Ντε Νίρο ) ενσαρκώνοντας μια πατρική φιγούρα για τον Άρθουρ γίνεται γι’ αυτόν η ύστατη ευκαιρία να εξακριβώσει αν έχει κάποια αξία. Όμως, ούτε αυτός θα του δώσει την προσοχή που έχει ανάγκη, κι έτσι ο Τζόκερ θα ξεσπάσει με όλη του την οργή προσφέροντας στην κωμική εκπομπή του διάσημου παρουσιαστή ένα θέαμα διόλου αστείο! Προς το τέλος της η ταινία προκαλεί τις πιο πολλές συζητήσεις και ενστάσεις μιας και μοιάζει να αποθεώνει την κυριαρχία του χάους σε έναν κόσμο που καταρρέει την στιγμή που ο μηδενιστής Τζόκερ ηρωποιείται.

     Ωστόσο, προτού προβούμε σε μια σύντομη κριτική της ταινίας Τζόκερ που προκάλεσε ποικίλα σχόλια και αντιδράσεις, όπως ήταν κι αναμενόμενο, αξίζει να αναφέρουμε τα εξής παρακάτω. Πρώτα απ’ όλα να σταθούμε στις δηλώσεις του ίδιου του πρωταγωνιστή της του Χοακίν Φίνιξ ο οποίος μιλώντας στην ηλεκτρονική έκδοση του περιοδικού Vanity Fair τόνισε την ανησυχία αρκετών πολιτών σχετικά με πιθανές ένοπλες επιθέσεις σε κινηματογράφους ή άλλους δημόσιους χώρους (όπως είχε συμβεί το 2012 σε κινηματογραφική αίθουσα στο Κολοράντο, στην ταινία « Σκοτεινός Ιππότης: Η επιστροφή» .Την χρονιά εκείνη στην προβολή της εν λόγω ταινίας με πρωταγωνιστή τον Μπάτμαν 12 άτομα σκοτώθηκαν και 70 τραυματίστηκαν από τα πυρά του Τζέιμς Ίγκαν Χόλμς , ο οποίος δήλωσε ψυχικά ασθενής στο δικαστήριο μετά την αποτρόπαια πράξη του).

     Ο ίδιος ο Φίνιξ για την ταινία το Τζόκερ η οποία κι αποτέλεσε σταθμό στα κινηματογραφικά δεδομένα της Αμερικής, δήλωσε χαρακτηριστικά: «Δεν φαντάστηκα ότι θα ήταν μια ήρεμη πλεύση. Είναι μια δύσκολη ταινία. Με κάποιον τρόπο, είναι καλό ότι οι άνθρωποι είχαν μια ισχυρή αντίδραση»… ανέφερε ο Φίνιξ. Σε δημοσίευμα του το «The Hollywood Reporter» υποστηρίζει ότι το « ισχυρή αντίδραση» είναι ένας ελαφρύς χαρακτηρισμός, καθώς πολλοί είναι εκείνοι που έχουν ξεσηκωθεί εναντίον της ταινίας και διαμαρτύρονται για την προβολή της.

     Προς αυτήν την κατεύθυνση τα Αστυνομικά Τμήματα του Λος Άντζελες και της Νέας Υόρκης λαμβάνοντας μέτρα πρόληψης και προστασίας των πολιτών, αποφάσισαν την τοποθέτηση αστυνομικών έξω από τις κινηματογραφικές αίθουσες, όπου θα έκανε πρεμιέρα η ταινία. Πάντως στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής πριν την πρεμιέρα της ταινίας απαγορεύτηκαν ρητά οι μάσκες όπως και το βάψιμο του προσώπου, που θα παρέπεμπε στον ομώνυμο χαρακτήρα, με πολλούς κινηματογράφους να ακολουθούν τον παραπάνω κανονισμό προς αποφυγή ενός μακελειού.

     Όταν η ταινία, πάρα ταύτα, προβλήθηκε στη χώρα μας τον περασμένο Οκτώβρη εκείνο που άμεσα διαπιστώθηκε ήταν το πόσο άμεσα αγκάλιασε ο κόσμος- κυρίως στην πλειοψηφία τους νέοι άνθρωποι-την ταινία. Έτσι, πολλοί ήταν εκείνοι που την είδαν πάνω από μια φορά, ενώ δεν ήταν λίγοι κι εκείνοι που δήλωσαν πως έτρεξαν να την δουν μόνο και μόνο, γιατί έγινε γι αυτήν μεγάλος ντόρος! Αξίζει σε αυτό το σημείο να σημειώσουμε πως μέσα σε μόλις 19 ημέρες από την προβολή της ταινίας στην Ελλάδα πουλήθηκαν στο σύνολό τους 600.000 εισιτήρια κάτι που αποδεικνύει περίτρανα το μεγάλο ενδιαφέρον του κόσμου να σπεύσει και να την δει. Σύμφωνα με έρευνα της Kaparesearch έγινε πανελλαδική δημοσκόπηση και με ακρίβεια παρουσιάστηκε η γνώμη του ελληνικού κοινού για την ταινία το Τζόκερ, όπου οι 8 στους 10 δήλωσαν ότι τους άρεσε με μόλις το 14% των θεατών να είναι αδιάφορο σε όσα έβλεπε επί της οθόνης, ενώ για το 48% των ερωτηθέντων ο Χοακίν Φίνιξ ήταν ο καλύτερος Τζόκερ όλων των εποχών.

     Επιχειρώντας, ωστόσο, μια σύντομη κριτική της εν λόγω ταινίας έχει πολύ ενδιαφέρον να σταθούμε στο πόσο εύστοχα και πετυχημένα ο ίδιος ο σκηνοθέτης της Τοντ Φίλιπς διαχειρίστηκε το θέμα της από την αρχή ως το τέλος της θέλοντας να υποδείξει και να τονίσει στους θεατές της τις πιθανές εναλλακτικές που θα μπορούσαν να αλλάξουν την ροή των πραγμάτων: Έτσι, το πιο πιθανό ήταν να μην αλλοτριωνόταν τόσο ο Άρθουρ εάν κι εφόσον υπήρχε σωστή δημόσια ψυχολογική υποστήριξη ή δεν θα δολοφονούσε με τέτοια άνεση αν η πρόσβαση σε ένα όπλο δεν ήταν τόσο εύκολη. Καλώς ή κακώς το Τζόκερ είναι η ταινία του σήμερα και ο Άρθουρ η αποτύπωση των χειρότερων παρορμήσεών μας. Από εμάς εξαρτάται, ωστόσο, αν η ιστορία του θα γίνει πραγματικότητα!

     Ωστόσο, σε κάθε ”παιχνίδι” που η πραγματικότητα διαμορφώνει κάθε φορά γύρω μας όλα μοιάζουν τις πιο πολλές να κρέμονται από μια κλωστή. Σε ένα παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι περισσότερο του φαίνεσθαι και πολύ λιγότερο του είναι, της ταχύτητας και της ευμάρειας, όπου κυριαρχεί καθαρά η ύλη και πολύ λιγότερο το πνεύμα κι όπου η πολιτική διαφθορά οδηγεί τον άνθρωπο σε αδιέξοδα οικονομικά, κοινωνικά και κυρίως ψυχολογικά , το φαντασιακό γίνεται πολλές φορές η πιο σίγουρη καταφυγή του. Εκεί στο ανύπαρκτο ,λοιπόν, πολλές φορές ο άνθρωπος καταφεύγει πολύ εύκολα σήμερα για να καλύψει κυρίως εσωτερικές του ανάγκες, όπως αυτή της αναγνώρισης με την πεποίθηση ότι με αυτόν τον τρόπο θα δώσει νόημα και αξία στην σύντομη κι εφήμερη ζωή του. Κάπως έτσι, λοιπόν, λειτουργούν και γνωστές διαδικτυακές εικονικές καταστάσεις οι οποίες σε μεγάλο βαθμό προσομοιάζουν με πραγματικές προκειμένου κάποιος να κάνει και να ζήσει ό,τι δεν μπόρεσε ή δεν μπορεί στην πραγματική του ζωή . Εκεί όλα είναι εφικτά με άνεση κι ευκολία μέσα σε έναν κόσμο που ενώ δεν υπάρχει είναι λες και όντως υφίσταται. Όμως ποία η ουσία και ποίο το νόημα να κρύβεται κανείς πίσω από μια μάσκα ή πίσω από ένα ψεύτικο προφίλ για να πετύχει κάτι που είναι εκτός πραγματικότητας και σίγουρα δεν τιμά σε καμιά περίπτωση την ανθρώπινη φύση του;

     Με αφορμή, λοιπόν, μια ταινία που προκάλεσε ιδιαίτερο σάλο και προβλημάτισε πάνω στο πόσο εύκολα τελικά ένας άνθρωπος του τύπου Άρθουρ ή παρόμοιου μπορεί να μεταμορφωθεί σε ένα Τζόκερ, όταν βρεθεί στο κατάλληλο περιβάλλον και κάτω από κατάλληλες συνθήκες ,αξίζει να αναρωτηθούμε και να προβληματιστούμε προσωπικά ο καθένας και για άλλα πράγματα που συμβαίνουν γύρω μας και σε καθημερινή βάση μέσα στα ίδια μας τα σπίτια! Έτσι, τί εξυπηρετεί και κατά πόσο χρήσιμο μας είναι, να δαπανάμε αμέτρητες ώρες άσκοπα στο διαδίκτυο κοιτώντας να γίνουμε κι εμείς διάσημοι χτίζοντας πολλές φορές μια ψεύτικη εικόνα για τον εαυτό μας προκειμένου να την προβάλλουμε στις γνωστές εφαρμογές των face book, twitter και instangram; Άραγε, έχει ουσία όλο αυτό που συμβαίνει; Έχει κάποιο νόημα; Ή απλά κοιτάμε να φορέσουμε κι εμείς μια μάσκα προκειμένου να πετύχουμε αυτό που κάθε φορά μας συμφέρει ή μας βολεύει; Οι απαντήσεις δικές σας εν όψει και της Αποκριάς που σε ένα μήνα πλησιάζει….!!!!

Κατηγορίες
Εργασίες Πολιτισμός

Το δημοσιογραφικό φαινόμενο των Muckrakers και η Ida Minerva Tarbell

Τέλη 19ου  αιώνα με  αρχές 20ου στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής κάνει την εμφάνισή του το κίνημα των λεγόμενων Muckrakers που σαν τυφώνας  χτυπά   την ερευνητική δημοσιογραφία της εποχής και καταρρίπτει βασικά της δεδομένα. Με ένταση ανέμου να καταγράφει χιλιάδες χιλιόμετρα ο “τυφώνας” των Muckrakers γίνεται ικανός να ξεσκεπάσει και το παραμικρό σκάνδαλο διαφθοράς της αμερικανικής κοινωνίας που μέχρι τότε ήταν καλά κρυμμένο. Ένα από τα πιο τρανταχτά σκάνδαλα που ξεχώρισαν ήταν αυτό της εταιρείας Standard Oil  το οποίο κι αποκάλυψε η διάσημη πρωτοπόρος της δημοσιογραφικής  έρευνας Ida Minerva Tarbell.

Ποιοι ήταν όμως οι Muckrakers και τι ήθελαν να δηλώσουν με την παρουσία της δημοσιογραφικής τους έρευνας που αποτέλεσε και την αφορμή του κινήματος τους; Πριν την αναφορά μας σε αυτούς αξίζει να σημειώσουμε ότι ο όρος Muckrakers απαντάται για πρώτη φορά σε ομιλία του προέδρου των Η.Π.Α. Roosevelt το 1906. Ο ίδιος τους αποκάλεσε έτσι θέλοντας να αξιώσει πολλές αποκαλύψεις τους  που είδαν το φως της δημοσιότητας , όμως ταυτόχρονα θεώρησε ότι κάποιες ήταν ακραίες και απαράδεκτες. Πάρα ταύτα στο σύνολό τους οι Muckrakers ήταν αυτοί που αποκάλυψαν σημαντικά προβλήματα  της εποχής τους όπως ήταν η εκμετάλλευση της παιδικής εργασίας ,η φτώχεια,η προστασία των εργαζομένων σε ότι αφορά τα  δικαιώματά τους καθώς και οι άθλιες συνθήκες υγιεινής  σε μονάδες  παρασκευής κρεάτων υπήρξαν κάποια από τα βασικά θέματα που απασχόλησαν την έρευνά τους. Χωρίς την παρουσία τους το προοδευτικό κίνημα της εποχής  δεν θα μπορούσε να λάβει την λαϊκή υποστήριξη που χρειαζόταν για να αναδειχθεί . Ώστε εξαιτίας τους έτρεξαν βασικές μεταρρυθμίσεις σε πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο.

Αυτοί που ξεχώρισαν για τα αποκαλυπτικά άρθρα τους ήταν οι εξής παρακάτω: Ο Ray Stannard Baker Αμερικανός δημοσιογράφος, ιστορικός και συγγραφέας, η Ida Minerva  Tarbell Αμερικανίδα συγγραφέας, δημοσιογράφος  και βιογράφος, o David Graham Phillips Αμερικανός νομπελίστας της παραδοσιακής δημοσιογραφίας, ο Upton Beal  Sinclair Αμερικανός συγγραφέας, έγραψε κοντά στα 100 βιβλία κερδίζοντας το βραβείο Pulitzer το 1943, o Lincoln Joseph Steffens Αμερικανός ερευνητικός δημοσιογράφος και ο Samuel  Hopkins Adams γνωστός Αμερικανός συγγραφέας για την ερευνητική του σκανδαλοθηρία στην δημοσιογραφία.Όλοι τους συνεργάστηκαν με το αμερικανικό λογοτεχνικό και πολιτικό  περιοδικό McClure’s του Samuel McClure στις αρχές του 20ου αι. το οποίο και  πιστώθηκε το γεγονός ότι ξεκίνησε την παράδοση της διερευνητικής δημοσιογραφίας κατευθύνοντας την ηθική πυξίδα της λεγόμενης προοδευτικής εποχής.

Μία από τις πλέον εξέχουσες μορφές της δημοσιογραφίας που στηρίχτηκε κατά κύριο λόγο  στην έρευνα ήταν αυτή της Ida Minerva Tarbell τα άρθρα της οποίας εκτόξευσαν στην κυριολεξία στα ύψη τις πωλήσεις του περιοδικού McClure’s με το οποίο και συνεργάστηκε. Γεννημένη σε κομητεία της Πενσυλβανίας στις 5 Νοεμβρίου 1857 από πατέρα δάσκαλο – μετέπειτα πετρελαιοπαραγωγό -και  μητέρα καθηγήτρια έδειξε από μικρή ηλικία την αγάπη της για τα γράμματα επηρεασμένη κι από το οικογενειακό της περιβάλλον. Υπήρξε  η μόνη γυναίκα  απόφοιτος του γνωστού για την εποχή της κολεγίου Allegheny το 1880 όπου ξεχώρισε για τις επιδόσεις της στην επιστήμη της βιολογίας. Για λίγο καιρό εργάστηκε ως διευθύντρια σε ένα Πολωνικό σχολείο όμως η αγάπη της να αρθρογραφεί την οδήγησε στο να συνεργαστεί με το περιοδικό  «The Chautauqua»   όπου και ξεχωρίζει με το άρθρο της «οι γυναίκες ως εφευρέτες».  Ωστόσο σύμφωνα με τον μελετητή Steve Weinberg το πρώτο άρθρο της Tarbell  «Οι τέχνες και οι βιομηχανίες του Σινσινάτι» ήταν εκείνο που ουσιαστικά καθιέρωσε το γραφικό της στυλ καθ’ όλη την διάρκεια της καριέρας της. Το στυλ αυτό της γραφής είχε να κάνει με άρθρα, δοκίμια και βιβλία ηθικού περιεχομένου βασισμένα στην ακλόνητη ιδιαιτερότητά της.

Το 1891 βρίσκει την Ida Tarbell στο Παρίσι – δυο χρόνια μετά την ολοκλήρωση του πύργου του Άιφελ – να εκπαιδεύεται πάνω σε ερευνητικές τεχνικές Γάλλων ιστορικών που ήταν για αυτήν οι μέντορες της στο πώς να παρουσιάσει ένα κείμενο με ιδιαίτερα αποδεικτικά κι αποκαλυπτικά στοιχεία. Η συνεργασία της με το αμερικανικό περιοδικό  McClure ήρθε σύντομα με αφορμή ένα άρθρο της Tarbell που αφορούσε το άνοιγμα των γαλλικών δρόμων. Τότε ήταν που ο εκδότης του περιοδικού Samuel McClure της προσέφερε την θέση του συντάκτη τονίζοντας χαρακτηριστικά σε συνεργάτη του  «Αυτό το κορίτσι μπορεί να γράψει, πρέπει να την οδηγήσουμε να κάνει κάποια δουλειά για το περιοδικό μας». Σε μια πρώτη φάση της ανατέθηκε να  γράψει μια βιογραφική σειρά για τον Napoleon Bonaparte. Με την σειρά των άρθρων που έγραψε η Tarbell έγινε δημοφιλής    διπλασιάζοντας τα κέρδη του  περιοδικού. Την ίδια τύχη είχε και  η επόμενη βιογραφική σειρά της Ida εκείνη του Abraham Lincoln η οποία είχε το ίδιο πετυχημένη ανταπόκριση από το κοινό δίνοντας της δικαιώματα για το υπόλοιπο της ζωής της.  Αξίζει να σημειωθεί ότι τα άρθρα που έγραψε για την ζωή του Λίνκολν συγκεντρώθηκαν σε ένα βιβλίο το οποίο  κατέστησε την Ida Tarbell Εθνική συγγραφέα της Αμερικής επειδή υπήρξε ο κύριος βιογράφος ενός δολοφονημένου προέδρου ιδιαίτερα  αγαπητού στο λαό του.

Εκείνα τα άρθρα, ωστόσο ,που εκτόξευσαν  την φήμη της Ida Tarbell ήταν αυτά που είχαν να κάνουν με την ιστορία της πετρελαϊκής  εταιρείας Standard Oil. Σε 19 άρθρα της που δημοσιευόταν ένα κάθε μήνα από τον Δεκέμβριο του 1902 στο περιοδικό McClure η Ida με την έρευνά  της κατόρθωσε να συντρίψει το μονοπώλιο της Standard Oil   και να οδηγήσει  σε νόμο αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας οδηγώντας την εταιρεία στον αναπόφευκτο διαμελισμό της σε μικρές εταιρείες. Μέσα από προσωπικές συνεντεύξεις που έπαιρνε η ίδια από χειραγωγημένους ανταγωνιστές του J. Rockefeller, ιδιοκτήτη της εταιρείας με καθοριστική εκείνη του στενού συνεργάτη του H.Rogers αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο μυστικών σχέσεων που είχε η εν λόγω εταιρεία με τους σιδηροδρόμους της   Πενσυλβανίας σε βάρος μικρομεσαίων παραγωγών πετρελαίου, μεταξύ αυτών και του πατέρα της Ida, Franklin Tarbell .

Κανονίζοντας άδικες   αυξήσεις στα βαρέλια μεταφοράς πετρελαίου για τους μικρούς παραγωγούς  οι εν λόγω σιδηρόδρομοι εξασφάλιζαν αντίστοιχα μικρές εκπτώσεις στις τιμές βαρελιών του J. Rockefeller   με αποτέλεσμα   ο ίδιος να συγκεντρώσει το μονοπώλιο του πετρελαίου στα χέρια του. Παρά την αποκάλυψη του σκανδάλου εις βάρος της εταιρείας του ο J.Rockefeller  ζήτησε από τους συμβούλους του να μην σχολιάζουν την σειρά των άρθρων της Ida ή οποιονδήποτε από τους ισχυρισμούς της. Ο ίδιος βαθιά γοητευμένος από την έρευνά της αποκάλεσε σε μια δήλωσή του την Tarbell  ‘’γυναίκα δηλητήριο’’. Τα  19  άρθρα της Tarbell στα οποία γίνεται λόγος για το σκάνδαλο της  Standard Oil συγκεντρώθηκαν κι αποτέλεσαν ένα ολοκληρωμένο βιβλίο με τίτλο “The History of the Standard Oil Company” που γράφτηκε από την ίδια. Στο εν λόγω βιβλίο αποκαλύπτεται με αρνητικό τρόπο το προφίλ ενός μεγιστάνα ο οποίος προκειμένου να πετύχει το μονοπώλιο για την εταιρεία του εφάρμοσε ανήθικες τακτικές. Τέλος αξίζει να αναφερθεί ότι το Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης το τοποθέτησε  στο Νο 5 σε μια λίστα με τα 100 πρώτα έργα της αμερικανικής δημοσιογραφίας του 20ου αιώνα.

H διακοπή συνεργασίας της Ida  με το περιοδικό McClure μετά από μια ακανόνιστη συμπεριφορά που επέδειξε το τελευταίο, την οδήγησε μαζί με έναν βασικό  πρώην συνεργάτη του περιοδικού τον John Phillips να συγκεντρώσουν χρήματα για την δημιουργία της  Phillips Publishing Company  και την αγορά του περιοδικού The American Magazine. Παράλληλα   η Tarbell  επιδίδεται στην συγγραφή μιας σειράς δοκιμίων και συγγραμμάτων που έχουν να κάνουν με τις γυναίκες στο χώρο εργασίας αλλά και στη ζωή της γυναίκας κοντά στο σπίτι της. Ανάμεσα σ ’αυτά ξεχωρίζει το ιδιαίτερα αγαπητό από το κοινό το  “The Business of being a woman’’ στο  οποίο η Ida μετά από μια μακρά  περίοδο παρατήρησης και μελέτης των επαγγελματικών , πολιτικών και οικιακών δραστηριοτήτων των γυναικών στις Η.Π.Α. και στη Γαλλία κατέληξε σε συγκεκριμένες απόψεις όπως σε ποια δραστηριότητα  από τις παραπάνω  χρειάζεται η γυναίκα του σήμερα  να δώσει έμφαση. Θεωρούσε ότι καθήκον της γυναίκας είναι να αγκαλιάζει την ζωή στο σπίτι και την οικογένεια λέγοντας πως ‘’Οι γυναίκες έχουν έναν πραγματικό ρόλο ως σύζυγοι , μητέρες και νοικοκυρές’’.  Στις αναφορές της για την  γυναίκα στο χώρο εργασίας  έκανε κυρίως λόγο για τις παροχές  ασφάλειας που εξασφάλιζαν  ή όχι τα εργοστάσια όπου εργάζονταν γυναίκες .

Η ίδια υπήρξε φεμινίστρια από παράδειγμα κι όχι από ιδεολογία.Κι αν και στο παρελθόν είχε αμφισβητήσει την λογική της γυναικείας ψηφοφορίας,το 1920 αγκάλιασε το δικαίωμα ψήφου της γυναίκας μετά κι από την νομοθέτησή του. Προς το τέλος της ζωής της η Ida Tarbell στα 82 της χρόνια γράφει την αυτοβιογραφία της στο βιβλίο  με τίτλο “All in a day work” ενώ λίγο μετά και την συγγραφή του  βιβλίου της “Life after eighty”– το οποίο αποτέλεσε χωρίς να το ξέρει το κύκνειο άσμα του συγγραφικού της ταλέντου– πεθαίνει σε ηλικία 86 ετών από πνευμονία στο Bridgeport Hospital στο Κονέκτικατ των Η.Π.Α. Το σπίτι το οποίο είχε αγοράσει το 1906 στο Easton όπου έμενε η ίδια με κοντινούς της συγγενείς ανακηρύχθηκε εθνικό ορόσημο.

Κλείνοντας την αναφορά στο δημοσιογραφικό φαινόμενο της Ida Minerva Tarbell αλλά και των υπόλοιπων Muckrakers αξίζει να επισημάνουμε το γεγονός ότι αποτέλεσαν κι αποτελούν ως σήμερα “βασικούς πυλώνες” στήριξης της ερευνητικής δημοσιογραφίας που σαν νοητή γέφυρα ενώνει το χθες με το σήμερα. Γιατί η πρόοδος και η εξέλιξη έρχεται συνήθως  με μια επανάσταση όπως αυτή των Muckrakers οι οποίοι δεν δίστασαν ούτε στιγμή με όποιο τίμημα να χτυπήσουν το κατεστημένο της εποχής τους αλλάζοντας αποτελεσματικά την ροή των πραγμάτων της.