Κατηγορίες
Uncategorized

Δέσποινα Βανδή: « Από ανασφαλής σταρ … σε ευτυχισμένη σύζυγο και μητέρα!»

Με αφορμή την τελευταία συνέντευξη της Δέσποινας Βανδή στην εκπομπή “Ενώπιος Ενωπίω” του Νίκου Χατζηνικολάου τη Δευτέρα του Πάσχα 21/4/2020, θα εξετάσουμε την συνέντευξη που δόθηκε το Πάσχα του 2002 στην ίδια εκπομπή με μια κριτική ματιά. Δύο συνεντεύξεις με τον ίδιο δημοσιογράφο και τον ίδιο συνεντευξιαζόμενο την ίδια εποχή του χρόνου αλλά με διαφορά 20 χρόνων. Τι μπορεί να άλλαξε και τι να παρέμεινε ίδιο;

Ως προς τη συνέντευξη του 2002, υπήρξαν πολλά σημεία που μου κέντρισαν το ενδιαφέρον. Μάλιστα, οι ερωτήσεις του Νίκου Χατζηνικολάου έχουν έναν ξεχωριστό και ιδιαίτερο τρόπο που θέτονται ώστε ο συνεντευξιαζόμενος, δηλαδή η Δέσποινα Βανδή, απαντάει άμεσα με ευκολία και οικειότητα. Η πρώτη ερώτηση του δημοσιογράφου που μου έκανε εντύπωση είναι αν η Δέσποινα Βανδή είναι αυστηρός κριτής του εαυτού της, δηλαδή αν στο τέλος της ημέρας κάνει ένα λογαριασμό των πράξεων της. Αυτή η ερώτηση μου άρεσε, διότι δίνει περισσότερο έμφαση στην επαγγελματική ζωή  και καριέρα παρά στην προσωπική ζωή της καλλιτέχνιδας. Ακόμη, η ερώτηση του Νίκου Χατζηνικολάου  αν η Δέσποινα Βανδή υφίστανται ανταγωνισμό και συγκρούσεις στα μουσικά σχήματα μεγάλων καλλιτεχνών ως προς τη λεγόμενη «μαρκίζα», δηλαδή το όνομα που θα εμφανιστεί ως πρώτο στα νυχτερινά κέντρα, είναι κάτι που έχει βιώσει και την απασχολεί. Η ίδια με χιούμορ απάντησε ότι είναι κάτι που έχει βιώσει πολλές φορές στο παρελθόν, δίνοντας έμφαση σε ένα περιστατικό που την είχε ενοχλήσει σε μεγάλο βαθμό στα πρώτα βήματα της καριέρας της. «Πρόκειται για ένα είδος επιβεβαίωσης όταν είσαι νέος καλλιτέχνης» εξομολογήθηκε. Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι μια τεράστια σταρ για την εποχή  ομολόγησε ότι είναι ανασφαλής με τον εαυτό της. Μια άλλη εύστοχη ερώτηση που κλήθηκε να απαντήσει η συνεντευξιαζόμενη ήταν το εάν θα ήθελε να τραγουδήσει και άλλου είδους τραγούδια, πιο «εσωτερικά», αναφέροντας ο δημοσιογράφος  τον πόλεμο μεταξύ έντεχνων τραγουδιών και μη που επικρατούσε τότε. Η αρκετά τολμηρή αυτή ερώτηση προκάλεσε τον εκνευρισμό της συνεντευξιαζόμενης και μου προκάλεσε εντύπωση. Σύμφωνα με την τραγουδίστρια, υπάρχουν πολλά αποκαλούμενα έντεχνα τραγούδια που δεν έχουν να πουν απολύτως τίποτα συγκριτικά με άλλα που δεν τους αποδίδεται αυτός ο χαρακτηρισμός. Αντίθετα, τόνισε ότι υπάρχει «καλό» και «κακό» τραγούδι, εννοώντας ως «καλό» αυτό που μιλάει στη ψυχή των ανθρώπων και δεν έχει ανάγκη από βαθυστόχαστα λόγια. Τέλος, η απάντηση της συνεντευξιαζόμενης για το αν θα μπορούσε να πετύχει να κάνει διεθνή καριέρα, δεδομένης της μεγάλης επιτυχίας της, μου κέντρισε το ενδιαφέρον. «Κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, θέμα τύχης σχεδόν και έχω πολύ δρόμο ακόμα μπροστά μου για μια τέτοια ενδεχόμενη εξέλιξη», τόνισε με απόλυτο ρεαλισμό και ταπεινότητα.

Ως προς τη συνέντευξη του 2020, υπήρξαν επίσης κάποια σημεία που είναι άξια σχολιασμού. Οι ερωτήσεις που θέτονταν από την πλευρά του δημοσιογράφου ήταν ξεκάθαρες και αποτελούν σήμα κατατεθέν του Νίκου Χατζηνικολάου. Σε όλη τη συνέντευξη φαίνεται ξεκάθαρα η φιλική σχέση του δημοσιογράφου με τη συνεντευξιαζόμενη, Δέσποινα Βανδή,  καθώς και υπάρχει άνεση και οικειότητα μεταξύ των  δύο. Αρχικά, οι ερωτήσεις για τα πρώτα παιδικά χρόνια της Δέσποινας Βανδή, τα σχολικά και εφηβικά χρόνια στην Καβάλα και τη σχέση της με τους γονείς της, μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση. Μάλιστα, εντύπωση μου προκάλεσε η εξομολόγηση της ότι οι γονείς ήταν πολύ αυστηροί με αποτέλεσμα το πανεπιστήμιο να είναι ουσιαστικά μια «διέξοδος» προκειμένου να φύγει μακριά τους. Η δήλωση ότι στην αρχή ξεκίνησε την καριέρα της με το ψευδώνυμο Έλλη Μαρά, για να μην την αναγνωρίζουν οι δικοί της, κάτι το όποιο εξομολογήθηκε για πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια και που δεν γνώριζε σχεδόν κανένας, με ξάφνιασε. Μου κέντρισαν επίσης την προσοχή οι περιγραφές της για τα βιώματα στη γειτονιά της, όπως το ότι έπαιζε ξύλο με τα άλλα παιδιά και ότι έκανε παρέα κυρίως με αγόρια. Κατ’ αυτήν αυτό είναι κάτι που λείπει σήμερα από τα νέα παιδιά που αδυνατούν να ζήσουν υπό τέτοιες συνθήκες. Εξήγησε ότι η μικρή αυτή κοινωνία της γειτονιάς επάνδρωνε τα παιδιά και ουσιαστικά τα προετοίμαζε να ανταπεξέλθουν στην «μεγάλη» κοινωνία, γι’ αυτό προσπάθησε να επανορθώσει με διάφορους τρόπους την έλλειψη αυτής της συνθήκης στα δικά της παιδιά. Μου άρεσε επίσης η παρότρυνση του δημοσιογράφου να σχολιάσει τη διάλυση της πολυετούς συνεργασίας της με το Φοίβο, κάτι το οποίο θα αναρωτιόταν ο καθένας που παρακολουθούσε τη μουσική της πορεία. Η απάντηση της ήταν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα, καθώς γι’ αυτήν ήταν ένα είδους «χωρισμού» που τις άφησε γλυκόπικρες αναμνήσεις. Μάλιστα, συμπλήρωσε ότι αισθανόταν ότι ήθελε να πει τραγούδια κι άλλων συνθετών, καθώς αυτή η αποκλειστική συνεργασία άρχισε να την πνίγει και ήθελε πολύ να το κάνει, χωρίς ωστόσο να αποκλείσει ότι οι δρόμοι τους μπορεί να ξανασυναντηθούν. Επισήμανε ολοκληρώνοντας ότι τον εκτιμάει, του χρωστάει πάρα πολλά, αφού βίωσαν μαζί όλα αυτά τα χρόνια τις επιτυχίες. Μία ακόμα απάντηση της Δέσποινας Βανδή, που μου έκανε εντύπωση ήταν όταν ερωτήθηκε αν ήταν δύσκολο το γεγονός, πάνω στην άνοδο της καριέρας της  να εγκαταλείψει την Ελλάδα για 3 χρόνια, για να ακολουθήσει τον σύζυγο της, Ντέμη Νικολαΐδη, στην Ισπανία για τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, η ίδια απάντησε χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι δεν ήταν καθόλου δύσκολη απόφαση καθώς πάνω απ’ όλα ήθελε να γίνει μάνα, ο πρωταρχικός της στόχος ήταν αυτός της οικογένειας, άρα το να ακολουθήσει τον σύντροφό της ήταν μία πολύ λογική απόφαση. Τέλος, η παρότρυνση του δημοσιογράφου να σχολιάσει η τραγουδίστρια τη σχέση της με το χρόνο και τα «μυστικά» της ομορφιάς της ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Με αφορμή αυτό η συνεντευξιαζόμενη απάντησε ότι την ενδιαφέρει πλέον η υγεία της ώστε να δει τα παιδιά της να μεγαλώνουν και να είναι δίπλα τους , ότι όλα πρέπει να γίνονται με μέτρο, χωρίς υπερβολή αγαπώντας πάνω από όλα τον εαυτό μας, περνώντας με αυτό τον τρόπο ένα μήνυμα σε όσους την παρακολουθούν.

Ως προς τις διαφορές που ενδεχομένως εμφάνισε ο δημοσιογράφος στις δυο συνεντεύξεις, αυτές δεν είναι ευδιάκριτες. Μάλιστα, οι ομοιότητες είναι εντυπωσιακές. Αρχικά, η έναρξη ήταν ταυτόσημη. Ο δημοσιογράφος από ότι φαίνεται χρησιμοποιεί ως τεχνική να καλησπερίζει με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά τους τηλεθεατές του. Ίδια είναι παράλληλα κάθε φορά και η λήξη των συνεντεύξεων του, καθώς «κλείνει» τη συνέντευξη του  μετά από κάτι αξιοσημείωτο λέγοντας πάντα ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να κλείσει την εκπομπή του. Ακολουθεί το ίδιο μοτίβο και στις δύο συνεντεύξεις με έναρξη της συνέντευξης με βίντεο από εικόνες από τη συνολική πορεία της καριέρας της τραγουδίστριας. Χρησιμοποιούνται, μάλιστα, μαρτυρίες με βίντεο που σχολιάζουν τη συνεντευξιαζόμενη και την καριέρα της  από οικεία πρόσωπα της. Οι ερωτήσεις του διατυπώνονται με σαφήνεια, ακρίβεια και διευκολύνει την επικοινωνία με τον συνεντευξιαζόμενο με παραδείγματα και επεξηγήσεις των ερωτήσεων. Αυτό που είναι ελάχιστα διαφορετικό, είναι το γεγονός ότι στη συνέντευξη του 2002,  ο Νίκος Χατζηνικολάου είναι επαγγελματικά πιο ανώριμος ώστε δυσκολεύεται να ρωτήσει με αυτοπεποίθηση  προσωπικές ερωτήσεις την συνεντευξιαζόμενη και συμβουλεύεται πολλές φορές το χαρτί-πλάνο του με τις ερωτήσεις που έχει προετοιμάσει για τη συνέντευξη. Σε καμία από τις δύο συνεντεύξεις δεν είναι υπερβολικά αδιάκριτος. Ωστόσο, στη συνέντευξη του 2020 είναι πιο εξοικειωμένος και σίγουρος με  το αντικείμενο και σε συνδυασμό με  την καλή και φιλική προσωπική σχέση που έχει με την Δέσποινα Βανδή, του δίνεται η δυνατότητα να είναι πιο αδιάκριτος με την καλή έννοια, στις ερωτήσεις του και στον τρόπο που μιλάει.

Ως προς τη τραγουδίστρια, οι διαφορές ήταν πιο εμφανείς. Όπως διακρίνεται και από τη γλώσσα του σώματος της, φαινόταν να έχει περισσότερο άγχος και να νιώθει περισσότερο άβολα στην πρώτη συνέντευξη. Ήταν λιγότερο αυθόρμητη και περισσότερο απόμακρη και επιφυλακτική. Δεν χαμογελούσε καθόλου, τόνισε την ανασφάλεια της και ήταν αμυντική απέναντι σε κάθε ερώτηση. Στη δεύτερη συνέντευξη του 2020 η τραγουδίστρια, έχοντας και εμπειρία χρόνων στις συνεντεύξεις, ήταν πιο άνετη, δεν φαινόταν να νιώθει αγχωμένη και παράλληλα ήταν πιο απελευθερωμένη στις απαντήσεις της. Η Δέσποινα Βανδή είχε την προθυμία να εξομολογηθεί και να σχολιάσει πολλές προσωπικές πτυχές της ζωής της, κάτι που δεν φάνηκε να θέλει να προσεγγίσει στην προηγούμενη της συνέντευξη. Μάλιστα, χαμογελούσε, είχε χιούμορ και οι απαντήσεις φαίνονταν πιο πειστικές καθώς δεν υπήρχε ούτε ένα δείγμα ανασφάλειας. Στην τελευταία συνέντευξη, φάνηκε η καλή, φιλική και προσωπική σχέση της συνεντευξιαζόμενης με το δημοσιογράφο.

Το ψυχολογικό κλίμα και στις δύο συνεντεύξεις ήταν αρκετά καλό. Στην νεότερη συνέντευξη ωστόσο ήταν πιο ευχάριστο δεδομένου ότι ο δημοσιογράφος και η τραγουδίστρια γνωρίζονταν πλέον προσωπικά, πέραν των συνεντεύξεων που είχαν κάνει στο παρελθόν. Μάλιστα, μου έκανε εντύπωση η χρήση του ενικού προσώπου στη δεύτερη συνέντευξη και η αναφορά ότι ο δημοσιογράφος παίζει τένις με το γιο της συνεντευξιαζόμενης. Αντίθετα, στη πρώτη συνέντευξη οι δυο τους ήταν πιο απόμακροι και αυτό φαίνεται από το ότι η συζήτηση ξεκίνησε με την διευκρίνηση για το αν θα μιλάνε μεταξύ τους σε ενικό ή πληθυντικό. Ωστόσο, και στις δύο συνεντεύξεις ο δημοσιογράφος προσπάθησε να δημιουργήσει μια προσιτή συνέντευξη, χωρίς στείρες ερωταποκρίσεις, κάνοντας συζήτηση, κάτι που δημιούργησε ένα φιλικό περιβάλλον.

Η πρώτη συνέντευξη επικεντρώνεται κυρίως στα επαγγελματικά της τραγουδίστριας ενώ η δεύτερη αναφέρεται στις τρέχουσες κοινωνικές εξελίξεις, τα επαγγελματικά της τραγουδίστριας αλλά και τα προσωπικά της. Στην πρώτη συνέντευξη υπήρχε μια τυπική σχέση ανάμεσα στο δημοσιογράφο και τη συνεντευξιαζόμενη, όλο το εύρος των ερωτήσεων αφορούσαν την επαγγελματική καριέρα της τραγουδίστριας και καθόλου την προσωπική ζωή, καθώς αυτή δεν άφησε το περιθώριο στο δημοσιογράφο να ρωτήσει γι’ αυτήν. Από την άλλη πλευρά , στη δεύτερη συνέντευξη υπάρχει οικειότητα ανάμεσα στους δύο, ωριμότητα και φαίνεται ξεκάθαρα η φιλική τους σχέση. Μάλιστα, ο δημοσιογράφος παίρνει για πρώτη φορά συνέντευξη από το σύζυγο της Δέσποινας Βανδή, ρωτάει για το ρόλο της ως μητέρα και σύζυγο και η ίδια απαντάει με άνεση και μιλάει ανοιχτά για τα προσωπικά της. Στη δεύτερη συνέντευξη, γίνονται για πρώτη φορά νέες αποκαλύψεις σχετικά με πτυχές της ζωής της τραγουδίστριας που το κοινό δεν τις γνωρίζει.

Από τις δύο συνεντεύξεις η πιο ενδιαφέρουσα είναι η πρόσφατη του 2020. Σε αυτή τη συνέντευξη, η δομή που ακολουθήθηκε, κάλυψε όλο το εύρος της ζωής της συνεντευξιαζόμενης. Ξεκίνησε από τα παιδικά της και εφηβικά της χρόνια στην Καβάλα, όπου μεγάλωσε σε γειτονιά με αυστηρούς γονείς και παιχνίδι στην αλάνα. Έπειτα έγινε αναφορά στα φοιτητικά της χρόνια στη Θεσσαλονίκη, όπου ξεκίνησε και τα πρώτα βήματα της καριέρας της ως τραγουδίστρια σε νυχτερινά κέντρα με ψευδώνυμο για να «κρύβεται» από τους γονείς της και να τους διευκολύνει στα οικονομικά των σπουδών της. Ακόμη, ένα μεγάλο μέρος της νεότερης συνέντευξης αφιερώθηκε στην οικογενειακή της κατάσταση. Μίλησε για πρώτη φορά ανοιχτά και με λεπτομέρειες για τη γνωριμία της με το σύζυγο της Ντέμη Νικολαΐδη, την απόφαση της να εγκαταλείψει την Ελλάδα για 3 χρόνια στο απόγειο της καριέρας της και να τον ακολουθήσει στην Ιταλία για τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις, τη ζωή της στην Ιταλία και τη γέννηση της κόρης της και την επιστροφή της στην Ελλάδα. Διευκρίνισε, επίσης τους λόγους διακοπής της συνεργασίας της με τον Φοίβο και τις γλυκόπικρες αναμνήσεις που της άφησε, καθώς και τους βασικούς επαγγελματικούς σταθμούς συνεργασιών της καριέρας της. Αναφέρθηκε στη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, και έδωσε μεγάλη έμφαση στο σημερινό της ρόλο ως μητέρα και σύζυγος.  Περιέγραψε την αγάπη της και απασχόληση της για τη μαγειρική και τη γυμναστική τα τελευταία χρόνια. Τέλος, μίλησε για την στροφή της καριέρας της από το τραγούδι στο θέατρο, στις παραστάσεις που έχει πρωταγωνιστήσει και στην επιθυμία της να συνεχίσει να συνδυάζει και το θέατρο μαζί με το τραγούδι. Μου έκανε εντύπωση που μίλησε για πρώτη φορά δημόσια γι’ αυτήν, ο σύζυγος της, Ντέμης Νικολαΐδης, στον Νίκο Χατζηνικολάου, ώστε φάνηκε η φιλική σχέση του δημοσιογράφου με το ζευγάρι. Αυτό που θα πρότεινα στο Νίκο Χατζηνικολάου στη συγκεκριμένη συνέντευξη είναι να τηρούσε λίγο περισσότερο τη χρονολογική σειρά της συνέντευξης και να απέφευγε τις πολλές παραπομπές σε κάτι διαφορετικό από την κύρια ερώτηση. Ενδεχομένως, θα έκανα κάποιες περαιτέρω ερωτήσεις που θα έκαναν ακόμα πιο ενδιαφέρουσα τη συνέντευξη. Θα προσπαθούσα κάποιες αόριστες απαντήσεις να τις καταστήσω πιο συγκεκριμένες. Για παράδειγμα θα παρότρυνα η τραγουδίστρια να ονοματίσει κάποιον καλλιτέχνη που θα ήθελε να συνεργαστεί, καθώς απάντησε γενικά ή να αναφέρει κάποια δουλειά που την απογοήτευσε, όπως ανέφερε,  και αν θα την επαναλάμβανε αν γυρνούσε πίσω ο χρόνος . Θα ήθελα, τέλος, να μάθω το μυστικό του γάμου της με περισσότερες λεπτομέρειες , καθώς και αν θα την ενδιέφερε να κάνει διεθνή καριέρα στο μιούζικαλ, μετά την επιτυχία της στο «mamma mia».

Κλείνοντας, πάντως ένα είναι σίγουρο, ότι τόσο ο δημοσιογράφος όσο και η συνεντευξιαζόμενη, παρά τα χρόνια που πέρασαν, παρέμειναν διακεκριμένοι στη δουλειά τους και ιμερτοί στο κοινό.

Καλοτραπέζης Γεώργιος